Εurostat: Ακριβή μου γη… Πόσο πληρώνουν οι Ευρωπαίοι αγρότες τις εκτάσεις τους

Υψηλότερη κατά 6,1% η αγορά και κατά 6,4% η ενοικίαση των χωραφιών στην ΕΕ το 2024
09/02/2026
10'+ διάβασμα
eurostat-akrivi-mou-gi-poso-plironoun-oi-evropaioi-agrotes-tis-ektaseis-tous-372867

Ακριβότερη κατά 6,1%, στα περίπου 1.522 ευρώ, ήταν η μέση τιμή για ένα στρέμμα καλλιεργήσιμης γης στην ΕΕ το 2024, έναντι του 2023, διαπιστώνει η Eurostat, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα. Η μέση αυτή τιμή ήταν 38 φορές υψηλότερη από το μέσο ετήσιο ενοίκιο των 40,3 ευρώ ανά στρέμμα καλλιεργήσιμης γης επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία. Ωστόσο, ακόμη μεγαλύτερη αύξηση κατά 6,4%, κατέγραψε η ενοικίαση εκτάσεων για καλλιέργεια και βοσκοτόπια, με τη μέση τιμή του ενοικίου να ανέρχεται στα 29,5 ευρώ ανά στρέμμα στην ΕΕ την ίδια χρονιά, από 27,7 ευρώ/ στρέμμα το 2023.

Η κατανόηση των τιμών και των ενοικίων της γης αποτελεί βασικό στοιχείο ως προς τις μελλοντικές προοπτικές της γεωργίας, σημειώνει η Eurostat. Όπως εξηγεί, το επίπεδο τιμών της γης εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, εθνικούς (όπως η νομοθεσία), περιφερειακούς (όπως το κλίμα και η εγγύτητα σε δίκτυα) και τοπικούς/παραγωγικότητας (όπως η ποιότητα του εδάφους, η κλίση ή η αποστράγγιση). Οι δυνάμεις της αγοράς μπορούν, επίσης, να επηρεάσουν την τιμή της γεωργικής γης, ενώ ο ανταγωνισμός περιλαμβάνει και μη γεωργικούς σκοπούς, διευκρινίζεται.

Τα υψηλά και τα χαμηλά για καλλιεργούμενες εκτάσεις και βοσκοτόπια

Μεταξύ των χωρών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία (24 κράτη-μέλη), η υψηλότερη μέση τιμή για 1 στρέμμα καλλιεργήσιμης γης καταγράφηκε στη Μάλτα (20.126 ευρώ), ακολουθούμενη από την Ολλανδία (σχεδόν 9.661 ευρώ) και την Πορτογαλία (7.656 ευρώ). Τα στοιχεία για τη Μάλτα αντικατοπτρίζουν τη περιορισμένη διαθεσιμότητα γεωργικής γης και την πίεση για εναλλακτικές χρήσεις. Αντίθετα, οι χαμηλότερες μέσες τιμές καταγράφηκαν στη Λετονία (482 ευρώ ανά στρέμμα), τη Λιθουανία (559 ευρώ) και τη Σλοβακία (582 ευρώ). Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία η μέση τιμή/στρέμμα ανήλθε στα 1.431 ευρώ.

Σε ότι αφορά τις τιμές ενοικίασης μεταξύ των ακριβότερων χωρών για το 2024 βρίσκεται και η χώρα μας, η οποία με σχεδόν 51 ευρώ/στρέμμα κατατάσσεται τρίτη μετά τις Ολλανδία με μέσο κόστος 94,1 ευρώ/στρέμμα και Δανία με 58 ευρώ/στρέμμα. Στον αντίποδα, Σλοβακία (με 6,9 ευρώ/στρέμμα), Κροατία (7,6 ευρώ/στρέμμα) και Μάλτα (9,2 ευρώ/στρέμμα) εμφάνισαν τις χαμηλότερες τιμές ενοικίασης καλλιεργούμενων εκτάσεων, με την τελευταία να αντικατοπτρίζει το ανώτατο όριο, που έχει επιβληθεί από το κράτος βάσει του νόμου περί αγροτικών μισθώσεων.

Σε περιφερειακό επίπεδο, οι υψηλότερες τιμές αγοράς καλλιεργήσιμης γης καταγράφηκαν στην ολλανδική περιφέρεια Flevoland (κατά μέσο όρο 18.710 ευρώ ανά στρέμμα). Αντίθετα, οι χαμηλότερες τιμές καταγράφηκαν στη σουηδική περιφέρεια Övre Norrland (κατά μέσο όρο 193,3 ευρώ/στρέμμα). Σε ότι αφορά την ενοικίαση καλλιεργήσιμης γης ή/και μόνιμων βοσκοτόπων αυτή ήταν ακριβότερη στην ισπανική περιφέρεια Κανάρια Νησιά (278,5 ευρώ). Αντίθετα, οι χαμηλότερες τιμές ενοικίασης καταγράφηκαν στις σουηδικές περιφέρειες Mellersta Norrland και Övre Norrland (3,6 ευρώ).

Με το κόστος των βοσκοτόπων να καταγράφεται συνήθως μικρότερο από ό,τι η αγορά καλλιεργήσιμης γης, η μέση τιμή για αγορά μόνιμων βοσκοτόπων στο 2024 στην ΕΕ ανήλθε στα 1.175 ευρώ ανά στρέμμα, ενώ μόνο στο Λουξεμβούργο η εικόνα ήταν διαφορετική από την παραπάνω συνθήκη.

Οι μόνιμοι βοσκότοποι ήταν φθηνότεροι στη Βουλγαρία, με 187,7 ευρώ ανά στρέμμα το 2024, δηλαδή είχαν περίπου 4,5 φορές χαμηλότερη τιμή σε σχέση με την καλλιεργούμενη γη (8.679 ευρώ). Η μεγαλύτερη ποσοστιαία διαφορά (20 φορές μικρότερη) μεταξύ της τιμής μόνιμων βοσκοτόπων και καλλιεργήσιμης γης καταγράφηκε στην ελληνική περιφέρεια του Βορείου Αιγαίου, όπου το ένα στρέμμα βοσκοτόπου κόστιζε 177,5 ευρώ, ενώ η καλλιεργούμενη γη 3.696 ευρώ. Σε απόλυτες τιμές, η μεγαλύτερη διαφορά καταγράφηκε στη Βιέννη, μεταξύ 5.670 ευρώ/στρέμμα για μόνιμους βοσκοτόπους και 18.000 ευρώ για καλλιεργούμενη γη.

Ακόμη και τα 10.000 ευρώ μπορεί να υπερβεί ένα κομμάτι καλλιεργούμενης γης στην Ελλάδα

Καταλληλόλητα εδάφους, δυνατότητα άρδευσης, τοποθεσία και γειτνίαση, είναι μερικά μόνο από τα κριτήρια που καθορίζουν τις τιμές αγροτικής γης στη χώρα μας. Παράμετροι, όπως τα αποτελέσματα φυσικών καταστροφών -όπως συνέβη με την περίπτωση του Daniel- αλλά και άλλες που αφορούν για παράδειγμα το είδος της καλλιέργειας που περιέχουν ή προορίζονται ή τις τάσεις που κυριαρχούν σε μία περιοχή ή ακόμη και επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί σε μεγάλη κλίμακα -βλέπε την περίπτωση των φωτοβολταϊκών, φαίνεται ότι διαδραματίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών, είτε πρόκειται για αγορά είτε για ενοικίαση ενός αγροτεμαχίου.

Φυσικά, η εικόνα μπορεί να διαφέρει αισθητά, τόσο από περιοχή σε περιοχή, όσο και σε διαφορετικές τοποθεσίες στον ίδιο νομό, όπως αποτυπώνεται στο ρεπορτάζ της «ΥΧ» που ακολουθεί, με το εύρος των ενοικίων να εμφανίζει μία ψαλίδα μεταξύ των 20 ευρώ φτάνοντας έως και τα 1.000 ευρώ/ στρέμμα, ενώ ο τρόπος πληρωμής μπορεί να μην είναι πάντοτε χρηματικός ή να γίνεται με τα λεγόμενα «μισιακά». Από την άλλη, η αγορά ενός αγροτεμαχίου με καλλιέργειες μπορεί να σπάσει ακόμη και το φράγμα των 10.000 ευρώ/ στρέμμα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο ρεπορτάζ. Η αγορά γης σε άλλες περιοχές εμφανίζει κινητικότητα και ανοδική τάση και σε άλλες στασιμότητα, ενώ δεν λείπουν και οι περιπτώσεις όπου ακόμη και η ενοικίαση κρίνεται ασύμφορη.

Ο ρόλος του ακτινιδίου και η ψαλίδα στις τιμές στην ΑΜΘ

Μεγάλη απόκλιση παρουσιάζουν οι τιμές πώλησης αγροτεμαχίων στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, λόγω μίας σειράς καθοριστικών παραγόντων -πέραν του ανταγωνισμού και της προσφοράς και ζήτησης- όπως η ποιότητα του χωραφιού, η άρδευση, αλλά και οι καλλιεργητικές τάσεις που κυριαρχούν.

Στον νομό Ροδόπης, που δεν υπάρχουν ΤΟΕΒ, οι τιμές κινούνται από 300 ευρώ και πάνω το στρέμμα για τα ξηρικά φτάνοντας έως 1.600 για τα ποτιστικά. Μάλιστα, ορισμένα αγροτεμάχια στον κάμπο φτάνουν έως και 2.000 ευρώ, με την προσφορά να χαρακτηρίζεται μεγαλύτερη της ζήτησης.

Στην Ξάνθη, τα ξηρικά κινούνται στα 600-700 ευρώ το στρέμμα, ενώ τα ποτιστικά εκτοξεύονται έως τα 2.500 ευρώ το στρέμμα, ανάλογα με την περιοχή σημειώνει ο παραγωγός, Κώστας Δαλάτσης. «Όπου μπορούν να καλλιεργηθούν δέντρα οι τιμές ανεβαίνουν», σημειώνει, τονίζοντας το μεγάλο ενδιαφέρον για το ακτινίδιο, καθώς στην Ξάνθη καλλιεργούνται χιλιάδες στρέμματα. «Στην περιοχή μας -Τόπειρος- όπου δεν καλλιεργούνται δέντρα, οι τιμές είναι σταθερές εδώ και χρόνια», προσθέτει.

Ανοδική τάση στις τιμές καταγράφεται στον Νέστο Καβάλας με το στρέμμα να πληρώνεται 2.500- 3.000 ευρώ για ποτιστικά χωράφια. Ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Νέστου, Σάββας Αργυράκης, λέει ότι τα ξηρικά είναι ελάχιστα και οι τιμές κινούνται στα 800-1.200 ευρώ, ανάλογα με την περιοχή και το αν είναι όμορο αγροτεμάχιο. Επίσης, αν πρόκειται για ελαιόδεντρα, η τιμή είναι υψηλή ακόμα και για ένα μικρό ξηρικό αγροτεμάχιο, εξηγεί. Προσθέτει πως σε ορισμένα ξηρικά υπάρχει δίκτυο άρδευσης, σε αγροτεμάχια που καλλιεργείται βρώσιμη ελιά Χαλκιδικής ή αμπέλια. «Ο κάμπος είναι αρδευόμενος για 190.000 στρέμματα. Η αξία της γης διαφοροποιείται από περιοχή σε περιοχή», αναφέρει, εξηγώντας την τάση των τελευταίων χρόνων σε ό,τι αφορά το ακτινίδιο, όπου εταιρείες αγοράζουν τέτοιες εκτάσεις από ντόπιους, πληρώνοντας ακριβά και συγκεντρώνοντας πολλά στρέμματα, ανεβάζοντας έτσι τον μέσο όρο.

Αμετάβλητη η αξία των αγροτεμαχίων στον θεσσαλικό κάμπο με τα φωτοβολταϊκά στο φόντο

Χωρίς ιδιαίτερες μεταβολές κινείται η αγοραπωλησία των αγροτεμαχίων στον θεσσαλικό κάμπο, παρά την κινητικότητα που παρατηρήθηκε τόσο προ ετών -με την επέλαση των εταιρειών φωτοβολταϊκών- σε γη χαμηλής παραγωγικότητας, όσο και της αποχώρησης πολλών αγροτών που δεν διαθέτουν διάδοχη κατάσταση.

Σύμφωνα με έμπειρους αναλυτές οι τιμές παραμένουν σχεδόν οι ίδιες εδώ και μία πενταετία. Η τιμή αγοράς- πώλησης ενός αγροτεμαχίου εξαρτάται από ορισμένους βασικούς παράγοντες, όπως την άρδευση (αν πρόκειται για αρδευόμενο ή ξηρικό, με την πρώτη περίπτωση να εξαρτάται από το εάν διαθέτει δική του πομόνα ή η άρδευση γίνεται από επιφανειακό δίκτυο ή τον ΤΟΕΒ) και την τοποθεσία (ιδιαίτερα αν είναι κοντά σε δρόμο ή σε άλλα χωράφια του ενδιαφερόμενου αγοραστή η τιμή αυξάνεται). Μετά το καταστροφικό πέρασμα του Daniel η κατάσταση του εδάφους (αν διαθέτει το χωράφι τα απαραίτητα οργανικά στοιχεία) επηρεάζει, επίσης, την αξία του αγροτεμαχίου.

Έτσι, οι τιμές πώλησης κυμαίνονται από 1.000 ευρώ/στρέμμα για ξηρικά και φτάνουν ως τα 2.000-2.500 ευρώ για αροτραίες καλλιέργειες και δέντρα. Όσον αφορά στην ενοικίαση, οι αντίστοιχες τιμές είναι 30 ευρώ/στρέμμα για ξηρικά (σιτάρι), 50-80 ευρώ για αρδευόμενα και μπορούν να φτάσουν ως τα 100 εάν αφορά τοματοκαλλιέργεια, με το σκεπτικό ότι το προϊόν πρέπει να σπαρθεί σε βάθος πενταετίας, σε «ξεκούραστο» χωράφι. Να σημειωθεί ότι την αξία της τιμής των ξηρικών συγκράτησε η επέλαση των φωτοβολταϊκών με τις εμπλεκόμενες εταιρείες να προσφέρουν 25ετή συμβόλαια ως ενοίκιο με ικανοποιητικό αντίτιμο.

Δεν αποκλείεται, πάντως, η κινητικότητα στην αλλαγή χεριών των χωραφιών να ενταθεί τη φετινή χρονιά ενόψει και της νέας ΚΑΠ, η οποία από το 2028 -όπως όλα δείχνουν- θα συνδέει τα δικαιώματα, που δίνουν τις επιδοτήσεις, με την παραγωγή και όχι την ιδιοκτησία.

Στασιμότητα στις αγορές, υψηλά ενοίκια και «Daniel» διαμορφώνουν το τοπίο στη Στερεά Ελλάδα

Σταθερή εικόνα, χωρίς σημαντικές μεταβολές, παρουσιάζει η αγορά αγροτεμαχίων στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, σύμφωνα με παράγοντες του αγροτικού χώρου. Οι αγοραπωλησίες παραμένουν περιορισμένες και, όταν πραγματοποιούνται, αφορούν κυρίως μεγαλοαγρότες ή ετεροεπαγγελματίες, ενώ αυξημένο ενδιαφέρον εκδηλώνεται από εταιρείες εγκατάστασης φωτοβολταϊκών.

Όπως αναφέρει ο γεωπόνος Νίκος Γκιώνης, από την περιοχή της Κάτω Τιθορέας, «οι αγορές γης γίνονται κυρίως από αγρότες της περιοχής, αλλά και από ετεροεπαγγελματίες». Σε ό,τι αφορά την ενοικίαση, τα ποτιστικά χωράφια μισθώνονται από 50 έως 60 ευρώ/στρέμμα, ενώ τα ξηρικά από 10 έως 20 ευρώ.

Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η τοποθέτηση του Χρήστου Πετρόπουλου, παραγωγού βαμβακιού από τον Δομοκό, ο οποίος επισημαίνει ότι αρκετά γόνιμα αγροτεμάχια παραμένουν ακαλλιέργητα, καθώς το κόστος ενοικίασης, σε ορισμένες περιπτώσεις, φτάνει ακόμη και τα 70 ευρώ το στρέμμα. Όπως τονίζει, «οι αροτραίες καλλιέργειες της περιοχής δυσκολεύονται να καλύψουν τέτοια έξοδα, γεγονός που αποτρέπει τους παραγωγούς από τη μίσθωση νέων εκτάσεων».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η αξία της αγροτικής γης για αγορά έχει μειωθεί κατά περίπου 25% μετά τις καταστροφές που προκάλεσε η κακοκαιρία «Daniel». Οι τιμές, πλέον, κινούνται από 1.300 έως 1.500 ευρώ το στρέμμα, ενώ για ενοικίαση γης σε εταιρείες φωτοβολταϊκών φτάνουν τα 250 ευρώ/έτος.

Στην ενοικίαση και όχι στην αγορά γης στρέφονται οι εταιρείες φωτοβολταϊκών, σημειώνει ο Δημήτρης Συκαράς από τη Θήβα. Σύμφωνα με τον ίδιο, το ενοίκιο ξεπερνά τα 250 ευρώ/ στρέμμα, ανάλογα με το είδος του χωραφιού. «Στις αγοραπωλησίες, οι επαγγελματίες αγρότες δείχνουν να διατηρούν τα κτήματά τους, ενώ πωλητές εμφανίζονται κυρίως όσοι δεν δραστηριοποιούνται στον πρωτογενή τομέα». Οι τιμές της γης, ανάλογα με την περιοχή και την παραγωγικότητα, κυμαίνονται από 1.000 έως 2.000 ευρώ/ στρέμμα.

Μεγάλο το εύρος τιμών με καθοριστικές τις δενδροκαλλιέργειες και τα κηπευτικά στην Πελοπόννησο

Μεγάλες διακυμάνσεις καταγράφονται στη διαμόρφωση της τιμής ενοικίασης ή πώλησης ενός αγροκτήματος, τόσο από νομό σε νομό όσο και ανά περιοχή μέσα στον ίδιο νομό στην Πελοπόννησο, αναλόγως πάντοτε και των καλλιεργειών που, ενδεχομένως, περιέχουν ή για τις οποίες προορίζονται. Ενδεικτικά, από την Κορινθία, ο παραγωγός και γεωπόνος, Κωνσταντίνος Πάπας, δήλωσε ότι: «Εάν το κτήμα έχει δένδρα, τότε μπορεί να νοικιαστεί με 100 ευρώ/στρέμμα, ενώ αν δεν έχει, η τιμή φτάνει περίπου στα 50 ευρώ. Κατά τον ίδιο, το εύρος τιμών σε περίπτωση πώλησης κυμαίνεται από 3.000 ως και 6.000 ευρώ/στρέμμα, αναλόγως των χαρακτηριστικών του.

Όταν πρόκειται για ενοικίαση ελαιώνα, τότε δίνεται ως ενοίκιο ποσοστό της παραγωγής, που κυμαίνεται μεταξύ 20-30%, εξηγεί από τη Μεσσηνία, ο Γιώργος Κόκκινος, πρόεδρος στον Συνεταιρισμό Νηλέας, προσθέτοντας ότι, όταν πρόκειται για πώληση, τότε η τιμή κυμαίνεται από 1.500 ως 2.000 ευρώ/στρέμμα. Ωστόσο, όταν πρόκειται για ενοικίαση χωραφιού, που διαθέτει νερό και προορίζεται για καλλιέργεια κηπευτικών, η τιμή μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 1.000 ευρώ/ στρέμμα, σημειώνει.

«Η αξία των ποτιστικών χωραφιών προς πώληση είναι από 800 έως 1.200 ευρώ, ενώ τα ξηρικά χωράφια κοστίζουν από 200 έως 500 ευρώ. Η τιμή ενοικίασης ξεκινά από 20 ευρώ και μπορεί να φτάσει έως 50 ευρώ/ στρέμμα αν πρόκειται για κηπευτικά», αναφέρει για την περίπτωση της Αρκαδίας, ο Δημήτρης Ξηρόγιαννης, παραγωγός.

Στη Λακωνία, η μέση τιμή αγοράς ενός πορτοκαλεώνα τοποθετείται περίπου στα 1.000-1.500 ευρώ/στρέμμα, με την περίπτωση των περιβολιών στην Σκάλα να κινείται κατά μέσο όρο στα 5.000-6.000 ευρώ/στρέμμα. Η τιμή αυτή μπορεί να φτάσει σε ακραία υψηλότερο επίπεδο, όπως συμβαίνει για παράδειγμα σε χωριά στο δέλτα του Ευρώτα, όπου υπάρχουν πορτοκαλεώνες με πολύ υψηλές αποδόσεις, όπως προκύπτει από το ρεπορτάζ. Εκεί, οι τιμές μπορεί να ξεπεράσουν και τα 10.000 ευρώ/στρέμμα. Πρόκειται για επίπεδο τιμών που αφορά τα «καλά» κτήματα, αναφέρει από την περιοχή ο παραγωγός και φυτωριούχος, Χρήστος Αναγνωστάκος, εξηγώντας ότι στην περίπτωση της ενοικίασης, συνήθως το ενοίκιο είναι «μισακό».

Στην Αργολίδα, το ενοίκιο ενός πορτοκαλεώνα κυμαίνεται από 100-150 ευρώ/στρέμμα, με την τιμή πώλησης να φτάνει ως τις 6.000 ευρώ, εξηγεί ο Χάρης Μακρής, πρόεδρος του Συνεταιρισμού «Ήρα», συμπληρώνοντας πως, εάν πρόκειται για χέρσο χωράφι, η τιμή ανέρχεται περίπου στις 3.000 ευρώ.