Γ. Πάζιος: Νέα ΚΑΠ 2028–2034: Η κρίσιμη διετία για την Ελλάδα και τις Περιφέρειες

Η μετάβαση στη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) 2028–2034 έχει ήδη ξεκινήσει. Ωστόσο, στην Ελλάδα η δημόσια συζήτηση παραμένει ακόμη περιορισμένη, αποσπασματική και χρονικά πίσω από τις εξελίξεις που ήδη διαμορφώνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Και αυτό συνιστά σοβαρό στρατηγικό κίνδυνο.
Διότι η νέα ΚΑΠ δεν θα κριθεί το 2028. Θα έχει ουσιαστικά διαμορφωθεί έως το 2026–2027.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη καταθέσει τις προτάσεις της για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028–2034 και το νέο πλαίσιο της ΚΑΠ μετά το 2027. Η περίοδος που διανύουμε είναι η πλέον κρίσιμη φάση διαμόρφωσης των πολιτικών επιλογών, των δημοσιονομικών ισορροπιών και των θεσμικών κανόνων που θα καθορίσουν την επόμενη επταετία. Η διαπραγμάτευση των βασικών παραμέτρων θα εξελιχθεί ουσιαστικά μέσα στο 2025–2026, ενώ το 2027 τα κράτη-μέλη θα κληθούν να υποβάλουν και να διαπραγματευθούν με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα νέα Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια Εταιρικής Σχέσης (NRPPs), πάνω στα οποία θα στηριχθεί η εφαρμογή της νέας περιόδου από το 2028.
Η εμπειρία της τρέχουσας ΚΑΠ είναι αποκαλυπτική: μετά την έγκριση των εθνικών σχεδίων, τα περιθώρια ουσιαστικών αλλαγών περιορίζονται δραστικά. Συνεπώς, το πραγματικό παράθυρο λήψης αποφάσεων είναι η διετία που ήδη διανύουμε.
Αυτό που συχνά δεν γίνεται ακόμη επαρκώς αντιληπτό στην Ελλάδα είναι ότι η νέα ΚΑΠ δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη αναθεώρηση ενισχύσεων ή αγροπεριβαλλοντικών μέτρων. Η σημαντικότερη ίσως αλλαγή της νέας περιόδου είναι η μετάβαση από το παραδοσιακό μοντέλο των δύο Πυλώνων σε ένα περισσότερο ενοποιημένο χρηματοδοτικό και διοικητικό σχήμα, το λεγόμενο Ενιαίο Ταμείο (Single Fund), μέσω του οποίου οι παρεμβάσεις θα σχεδιάζονται και θα υλοποιούνται μέσα από τα νέα εθνικά και περιφερειακά σχέδια.
Η μεταβολή αυτή μεταφέρει πολύ μεγαλύτερο βάρος ευθύνης στα ίδια τα κράτη-μέλη και στις Περιφέρειες. Η Ευρώπη θα συνεχίσει να καθορίζει το γενικό πλαίσιο, όμως το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί πολύ περισσότερο από την ποιότητα του σχεδιασμού, τη διοικητική επάρκεια, την τεχνολογική ετοιμότητα και την ικανότητα τεκμηρίωσης των επιλογών κάθε χώρας.
Στην πραγματικότητα, η νέα ΚΑΠ μετατρέπεται σταδιακά σε πολιτική διακυβέρνησης, δεδομένων και συνεχούς παρακολούθησης αποτελεσμάτων. Η ευρωπαϊκή συζήτηση μετατοπίζεται σταδιακά προς ένα νέο μοντέλο «παράδοσης αποτελεσμάτων και διακυβέρνησης» (delivery & governance), όπου κρίσιμο ρόλο αποκτούν η ψηφιακή τεκμηρίωση, η διαλειτουργικότητα συστημάτων, τα γεωχωρικά δεδομένα, η παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο και η διοικητική ικανότητα εφαρμογής πολιτικών.
Η εφαρμογή των παρεμβάσεων θα παρακολουθείται όλο και περισσότερο μέσω δορυφορικών δεδομένων, συστημάτων παρακολούθησης εκτάσεων και εξελιγμένων εργαλείων ανάλυσης δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη, η προγνωστική ανάλυση (predictive analytics), η γεωργία ακριβείας και τα συστήματα υποστήριξης αποφάσεων παύουν να αποτελούν τεχνολογίες του μέλλοντος και εντάσσονται στη νέα ευρωπαϊκή λογική διαχείρισης της αγροτικής πολιτικής.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς η νέα προγραμματική περίοδος διαμορφώνεται σε ένα ιδιαίτερα πιεσμένο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό περιβάλλον με αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης σε τομείς όπως η άμυνα, η ενέργεια, η ψηφιακή μετάβαση και η κλιματική προσαρμογή.
Στο πλαίσιο αυτό, τα σενάρια που διακινούνται στη διαπραγμάτευση συγκλίνουν στο ότι χώρες με υψηλή εξάρτηση από άμεσες ενισχύσεις, όπως η Ελλάδα, ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με σημαντικές πιέσεις και πιθανές απώλειες πόρων. Υπό συγκεκριμένες παραδοχές σύγκλισης και ανακατανομής, οι απώλειες αυτές εκτιμάται ότι μπορούν να υπερβούν τα 4 δισ. ευρώ σε ορίζοντα επταετίας.
Οι πιέσεις αυτές δεν συνδέονται μόνο με τη σύγκλιση ενισχύσεων μεταξύ κρατών-μελών ή με τη μεταφορά πόρων προς νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες. Συνδέονται και με τη συνολική αλλαγή φιλοσοφίας της νέας ΚΑΠ, η οποία εισάγει αυστηρότερους κανόνες συγχρηματοδότησης, μεγαλύτερη έμφαση στην περιβαλλοντική στόχευση, ισχυρότερα στοιχεία απόδοσης και αυξημένες απαιτήσεις τεκμηρίωσης αποτελεσμάτων.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, με μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, εκτεταμένες ξηρικές περιοχές και περιορισμένες οικονομίες κλίμακας, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο το ύψος των πόρων, αλλά και η εφαρμοσιμότητα των νέων κανόνων στην πραγματική παραγωγή.
Και εδώ αναδεικνύεται ίσως η σημαντικότερη διάσταση της νέας περιόδου για τη μεσογειακή γεωργία.
Η νέα ΚΑΠ διαμορφώνεται παράλληλα με μια ολοένα εντονότερη κλιματική πίεση στη νότια Ευρώπη. Η λειψυδρία, η αύξηση της θερμοκρασίας, η μεταβολή των φαινολογικών κύκλων, η διάβρωση εδαφών, οι νέες φυτοϋγειονομικές πιέσεις και η αυξανόμενη μεταβλητότητα της παραγωγής δεν αποτελούν πλέον μελλοντικούς κινδύνους αλλά ήδη διαπιστωμένες συνθήκες παραγωγής.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, η συζήτηση για τη νέα ΚΑΠ δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στην ανακατανομή πόρων ή στις περιβαλλοντικές υποχρεώσεις. Οφείλει να ενσωματώνει μια ολοκληρωμένη στρατηγική ανθεκτικότητας της μεσογειακής γεωργίας, με έμφαση στη διαχείριση υδάτων, τη γεωργία ακριβείας, την προσαρμογή καλλιεργειών, την αναγέννηση εδαφών, την ενεργειακή αποδοτικότητα και τη διαχείριση φυσικών κινδύνων.
Για περιοχές όπως η Μεσσηνία και συνολικά η Πελοπόννησος, οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η ισχυρή παρουσία της ελαιοκαλλιέργειας, των προϊόντων ΠΟΠ, της εξαγωγικής αγροδιατροφής και των μικρών οικογενειακών εκμεταλλεύσεων καθιστούν την περιοχή ιδιαίτερα ευαίσθητη στις αλλαγές της νέας ΚΑΠ.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργούν και σημαντικές δυνατότητες, εφόσον υπάρξει έγκαιρη προετοιμασία και σύνδεση της αγροτικής πολιτικής με τη μεταποίηση, την καινοτομία, την ψηφιακή μετάβαση, τις εξαγωγές και τη βιώσιμη διαχείριση φυσικών πόρων.
Η νέα περίοδος δεν θα αξιολογηθεί μόνο από την ικανότητα απορρόφησης ενισχύσεων, αλλά από το κατά πόσο η αγροτική πολιτική θα συνδεθεί με ολόκληρη την αλυσίδα αξίας της αγροδιατροφής. Η μεταποίηση, η τυποποίηση, τα προϊόντα ποιότητας, η εξωστρέφεια, η έρευνα, η καινοτομία και τα συλλογικά σχήματα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως παράλληλες πολιτικές. Οφείλουν να ενσωματωθούν στον πυρήνα του σχεδιασμού της νέας περιόδου.
Για περιοχές με ισχυρό ποιοτικό και εξαγωγικό αποτύπωμα, όπως η Μεσσηνία, η νέα ΚΑΠ μπορεί να αποτελέσει εργαλείο ενίσχυσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και όχι απλώς μηχανισμό εισοδηματικής στήριξης.
Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί έγκαιρα και συντονισμένα στο ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η διαπραγμάτευση της νέας ΚΑΠ δεν είναι μια απλή τεχνική διαδικασία ούτε μια συζήτηση περιορισμένη στα Υπουργικά Συμβούλια ή στους διαδρόμους των Βρυξελλών. Είναι βαθιά πολιτική διαδικασία και απαιτεί σαφή στρατηγική, συστηματική παρουσία και ισχυρές συμμαχίες πριν από την οριστικοποίηση των αποφάσεων.
Η χώρα χρειάζεται να οικοδομήσει συμμαχίες με κράτη που διαθέτουν αντίστοιχα χαρακτηριστικά: μεσογειακή γεωργία, δενδρώδεις καλλιέργειες, μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, αυξημένο κόστος παραγωγής, υψηλή εξάρτηση από άμεσες ενισχύσεις και έντονη πίεση από την κλιματική αλλαγή.
Οι συμμαχίες όμως δεν αρκούν από μόνες τους. Χρειάζεται και σαφές περιεχόμενο διαπραγμάτευσης.
Στο επίπεδο της ευρωπαϊκής συζήτησης, η Ελλάδα οφείλει να προωθήσει με μεγαλύτερη σαφήνεια ορισμένες στρατηγικές προτεραιότητες: επαρκή χρηματοδότηση της μεσογειακής γεωργίας, αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων των δενδρωδών καλλιεργειών, ειδική μέριμνα για τον μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, μεγαλύτερη αναλογικότητα των πράσινων απαιτήσεων για ξηρικά και ημιορεινά παραγωγικά συστήματα, αλλά και ισχυρή στήριξη των επενδύσεων ψηφιακής, ενεργειακής και περιβαλλοντικής μετάβασης.
Ταυτόχρονα, η νέα ευρωπαϊκή συζήτηση αντιμετωπίζει πλέον τη γεωργία όχι μόνο ως τομέα παραγωγής τροφίμων, αλλά ως πυλώνα στρατηγικής αυτονομίας, ανθεκτικότητας και επισιτιστικής ασφάλειας της Ευρώπης.
Και εδώ αναδύεται μία ακόμη κρίσιμη διάσταση: η σχέση της ΚΑΠ με την ανταγωνιστικότητα, τις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Η συζήτηση γύρω από τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur ανέδειξε ήδη τους προβληματισμούς πολλών κρατών-μελών για τις επιπτώσεις στους ευαίσθητους αγροτικούς τομείς, στο εισόδημα των παραγωγών και στη συνοχή της ίδιας της αγροτικής πολιτικής. Υπάρχει πλέον ορατός ο κίνδυνος η ΚΑΠ να μετατραπεί σε μηχανισμό αντιστάθμισης των επιπτώσεων που προκαλούν οι ίδιες οι εμπορικές επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι μόνο εμπορικό. Είναι βαθιά αναπτυξιακό, παραγωγικό και γεωπολιτικό.
Ωστόσο, η επόμενη διαπραγμάτευση για τη νέα ΚΑΠ δεν θα διεξαχθεί μόνο σε ένα δύσκολο δημοσιονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον. Θα πραγματοποιηθεί και σε μια περίοδο αυξημένης ευρωπαϊκής ευαισθησίας ως προς τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα διαχείρισης των ενισχύσεων και την αξιοπιστία των μηχανισμών ελέγχου.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι πρόσφατες εξελίξεις και οι δημόσιες συζητήσεις γύρω από τη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ δημιουργούν μια πρόσθετη πρόκληση για τη χώρα, όχι μόνο σε επίπεδο διοικητικής λειτουργίας, αλλά και σε επίπεδο διαπραγματευτικής αξιοπιστίας.
Αυτό καθιστά ακόμη πιο αναγκαία τη μετάβαση σε ένα πιο σύγχρονο, διαφανές, ψηφιακά ώριμο και αποκεντρωμένο μοντέλο διακυβέρνησης της αγροτικής πολιτικής.
Σε εθνικό επίπεδο, η έναρξη της διαδικασίας διαβούλευσης από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης για τη νέα περίοδο, αποτελεί ασφαλώς θετική εξέλιξη.
Ωστόσο, η εμπειρία της προηγούμενης ΚΑΠ δείχνει ότι η τυπική διαβούλευση δεν αρκεί.
Η πολυπλοκότητα της νέας αρχιτεκτονικής απαιτεί μια πολυεπίπεδη, τεκμηριωμένη και ουσιαστική διαδικασία συνδιαμόρφωσης, με ενεργό συμμετοχή των Περιφερειών, των συνεταιρισμών, των οργανώσεων παραγωγών, των Πανεπιστημίων, των ερευνητικών φορέων, των Επιμελητηρίων και των ίδιων των τοπικών παραγωγικών οικοσυστημάτων.
Η μετάβαση αυτή αναβαθμίζει παράλληλα και τον ρόλο των συλλογικών σχημάτων — συνεταιρισμών, οργανώσεων παραγωγών και αγροδιατροφικών συμπράξεων — ως φορέων τεχνικής υποστήριξης, ψηφιακής προσαρμογής, καινοτομίας, διαχείρισης κινδύνων και αντιμετώπισης της αυξανόμενης πολυπλοκότητας της νέας ΚΑΠ.
Ήδη, σε ορισμένες Περιφέρειες της χώρας αναπτύσσονται πρωτοβουλίες προετοιμασίας και δημόσιου διαλόγου για τη νέα περίοδο. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν πραγματοποιούνται μεμονωμένες εκδηλώσεις ή πρώιμες συζητήσεις, αλλά αν διαμορφώνεται εγκαίρως μια ουσιαστική, τεκμηριωμένη και μόνιμη διαδικασία περιφερειακού σχεδιασμού.
Η Ελλάδα καλείται πλέον να επανεξετάσει συνολικά το μοντέλο διακυβέρνησης της αγροτικής πολιτικής.
Το υφιστάμενο συγκεντρωτικό μοντέλο, όπου ο σχεδιασμός πραγματοποιείται κυρίως κεντρικά και οι Περιφέρειες καλούνται συχνά να διαχειριστούν εκ των υστέρων προαποφασισμένες πολιτικές, δύσκολα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της νέας περιόδου.
Η νέα ΚΑΠ απαιτεί έναν διαφορετικό συνδυασμό εθνικού συντονισμού και πραγματικής περιφερειακής εξειδίκευσης.
Απαιτεί ενίσχυση της διοικητικής και ψηφιακής ικανότητας, παραγωγή και αξιοποίηση αξιόπιστων δεδομένων, σύνδεση με τις στρατηγικές έξυπνης εξειδίκευσης (RIS3), αλλά και ουσιαστική συμμετοχή των παραγωγικών δυνάμεων στον σχεδιασμό της επόμενης ημέρας.
Η χώρα χρειάζεται άμεσα μια οργανωμένη εθνική διαδικασία προετοιμασίας για τη νέα ΚΑΠ: έναν μόνιμο μηχανισμό στρατηγικού σχεδιασμού, ενεργή συμμετοχή των Περιφερειών, συστηματική τεκμηρίωση δεδομένων, ουσιαστική εμπλοκή του παραγωγικού οικοσυστήματος και έγκαιρη διαμόρφωση εθνικής διαπραγματευτικής στρατηγικής πριν από την οριστικοποίηση των ευρωπαϊκών αποφάσεων.
Η νέα ΚΑΠ αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη αναδιάταξη της ευρωπαϊκής αγροτικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών.
Για την Ελλάδα, το διακύβευμα δεν είναι μόνο δημοσιονομικό.
Είναι βαθιά αναπτυξιακό, θεσμικό, τεχνολογικό και περιφερειακό.
Και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσους πόρους θα διατηρήσει η χώρα.
Είναι αν θα μπορέσει να μετατρέψει τη νέα περίοδο σε στρατηγικό εργαλείο παραγωγικής, ψηφιακής και περιφερειακής ανασυγκρότησης της ελληνικής γεωργίας και αγροδιατροφής.
*Ο Γιάννης Πάζιος είναι Διευθυντής του Αγροτικού Συνεταιρισμού “Ένωση Μεσσηνίας” και Αντιπρόεδρος της Ένωσης Γεωγράφων Ελλάδας (Ε.ΓΕΩ.)








