Ισχυρή παραμένει η ζήτηση ρυζιού στην παγκόσμια αγορά

Στην ΕΕ το εμπορικό ισοζύγιο ρυζιού παραμένει έντονα ελλειμματικό
10/04/2026
10'+ διάβασμα
ischyri-paramenei-i-zitisi-ryziou-stin-pagkosmia-agora-376771

Η παγκόσμια παραγωγή ρυζιού, σε όρους ισοδύναμου λευκασμένου προϊόντος, αναμένεται την εμπορική περίοδο 2025/26 να κυμανθεί σε 541,3 εκατ. τόνους παρουσιάζοντας οριακή μεταβολή ως προς την προηγούμενη, με την Ινδία και την Κίνα να εξακολουθούν να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του όγκου (55% αθροιστικά). Αντίθετα, άνοδο σημειώνει η παγκόσμια κατανάλωση του προϊόντος, η οποία την περίοδο 2025/26 προβλέπεται να ανέλθει σε 541 εκατ. τόνους έναντι των 530,6 εκατ. τόνων της περιόδου 2024/25 (+10,4 εκατ. τόνους), παρουσιάζοντας αισθητή αύξηση (+1,9%) σε συνέχεια εκείνης της προηγούμενης περιόδου (+1,1%). Η άνοδος αυτή αποδίδεται κυρίως στη σημαντική ενίσχυση της κατανάλωσης στην Ινδία (+4,8%) και στην Κίνα (+1,4%), αλλά και σε ορισμένες άλλες χώρες (Ταϊλάνδη, Φιλιππίνες), ευνοούμενη από την πτωτική τάση των τιμών του προϊόντος στη διεθνή αγορά.

Άνοδος εξάλλου αναμένεται στις παγκόσμιες εξαγωγές ρυζιού, το μέγεθος των οποίων προβλέπεται την εμπορική περίοδο 2025/26 να ανέλθει σε 62,5 εκατ. τόνους έναντι των 59,6 εκατ. τόνων της περιόδου 2024/25 (+2,9 εκατ. τόνους), σημειώνοντας σημαντική αύξηση προς την προηγούμενη (+4,9%). Η Ινδία εξακολουθεί να ηγείται στις παγκόσμιες εξαγωγές του προϊόντος καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος (40%), το μέγεθος της οποίας αναμένεται την περίοδο 2025/26 να ανέλθει σε 25 εκατ. τόνους, σημειώνοντας έντονη άνοδο (+15,4%), σε συνέχεια εκείνης της περιόδου 2024/25 (+21%). Δεύτερο στη σειρά παραμένει το Βιετνάμ, παρά τη μείωση του όγκου εξαγωγών (7,9 εκατ. τόνοι, -2%), ενώ έντονη μείωση αναμένεται στις εξαγωγές της Ταϊλάνδης (7 εκατ. τόνοι, -10,9%). Αντίθετα, αισθητή άνοδος προβλέπεται σε τρείς σημαντικές εξαγωγικές χώρες (Πακιστάν, Καμπότζη, Μιανμάρ), ενώ ανοδικά αναμένεται να κινηθούν οι εξαγωγές ορισμένων χωρών της ζώνης Μερκοσούρ (Βραζιλία, Ουρουγουάη, Παραγουάη).

Μεγάλη η άνοδος των εισαγωγών ρυζιού στην ΕΕ

Στην ΕΕ το εμπορικό ισοζύγιο ρυζιού παραμένει έντονα ελλειμματικό, μιας και το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών εξακολουθεί, επί σειρά ετών, να εξαρτάται από εισαγωγές. Όπως προκύπτει από πρόσφατες εκτιμήσεις (στοιχεία Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 3/3/2026), στο διάστημα της εμπορικής περιόδου 2024/25, η παραγωγή ρυζιού στην ΕΕ, εκφραζόμενη σε όρους ισοδύναμου λευκασμένου προϊόντος, εκτιμάται σε 1.465 χιλ. τόνους, μέγεθος σημαντικά μικρότερο από το αντίστοιχο της περιόδου 2020/21 (-12,7%). Ωστόσο, μεγάλη ήταν η άνοδος των εισαγωγών που ανήλθαν την περίοδο 2024/25 σε 2.324 χιλ. τόνους, παρουσιάζοντας ιδιαίτερα έντονη αύξηση σε σύγκριση με την περίοδο 2020/21 (+45,6%). Πτώση εξάλλου κατέγραψαν οι εξαγωγές, που περιορίστηκαν σε 283 χιλ. τόνους (-28,5%), με αποτέλεσμα οι εισαγωγές να εξακολουθούν να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της προσφοράς του προϊόντος (66,3%).

 

Μεταξύ των παραγωγικών χωρών, αισθητή ήταν η μείωση της παραγωγής ρυζιού στην Ιταλία, που εξακολουθεί να ηγείται της παραγωγής του προϊόντος στην ΕΕ, το μέγεθος της οποίας περιορίστηκε την περίοδο 2024/25 σε 825 χιλ. τόνους σε σύγκριση με το αντίστοιχο της περιόδου 2020/21 (-8%), ενώ ιδιαίτερα έντονη ήταν η πτώση στην Ισπανία, το μέγεθος της οποίας μειώθηκε σε 293 χιλ. τόνους στο ίδιο συγκρινόμενο διάστημα (-31%). Σημαντική, επίσης, ήταν η πτώση στην Ελλάδα, η παραγωγή της οποίας, αν και παραμένει μειωμένη την περίοδο 2024/25 (137 χιλ. τόνοι), σε σχέση με την αντίστοιχη της περιόδου 2020/21, διατηρεί τη χώρα στην 3η θέση της παραγωγής ρυζιού στην ΕΕ.Σε ετήσια βάση, οι εισαγωγές λευκασμένου ρυζιού στην ΕΕ αποτελούν, παραδοσιακά, το μεγαλύτερο μέρος του όγκου των εισαγόμενων προϊόντων (47,4% το 2025) σε σύγκριση με τις υπόλοιπες κατηγορίες, όπως το αποφλοιωμένο ρύζι (31,8%), τα θραύσματα ρυζιού (18,9%) και το ρύζι με φλοιό.

Το 2025 οι εισαγωγές λευκασμένου ρυζιού στην ΕΕ ανήλθαν σε 1.186 χιλ. τόνους, παρουσιάζοντας σημαντική άνοδο ως προς το προηγούμενο έτος (+8,8%), ωθούμενες από τη μείωση της μέσης τιμής εισαγωγής που περιορίστηκε σε 890 ευρώ/τόνο (-8%), Πέντε χώρες (Καμπότζη, Ινδία, Ταϊλάνδη, Μιανμάρ και Πακιστάν) κάλυψαν το μεγαλύτερο μέρος του όγκου και της αξίας εισαγωγών (88% και 87% αντίστοιχα), ενώ σχεδόν αμετάβλητη παρέμεινε η αξία, που υπερέβη εκ νέου το επίπεδο του 1 δισ. ευρώ.

Από την άλλη πλευρά, οι εξαγωγές της ΕΕ προς τρίτες χώρες περιορίστηκαν το 2025 σε 268 χιλ. τόνους, αξίας 332 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας πτώση στον όγκο και την αξία σε σχέση με το προηγούμενο έτος (-4,8% και -10% αντίστοιχα), με κυριότερες χώρες προορισμού το Ην. Βασίλειο και τέσσερεις επιπλέον χώρες (Ελβετία, Τουρκία, ΗΠΑ και Ιορδανία) που κάλυψαν, αθροιστικά, το μεγαλύτερο μέρος του όγκου και της αξίας (68% και 71% αντίστοιχα).

Να σημειωθεί ότι οι δυσμενείς αυτές εξελίξεις προκάλεσαν την έντονη αντίδραση των ευρωπαϊκών φορέων του τομέα (Οργανώσεις αγροτών και συνεταιρισμών Copa-Cogeca, Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Αλευροβιομηχανιών Ρυζιού, Εθνική Αρχή Ρυζιού της Ιταλίας), οι οποίοι σε πρόσφατη κοινή τους δήλωση (13/3/2026), επισημαίνουν ότι η ευρωπαϊκή καλλιέργεια ρυζιού έχει εισέλθει σε φάση σοβαρής κρίσης λόγω του αυξανόμενου κόστους παραγωγής, των αυστηρών κανονιστικών απαιτήσεων και κυρίως ως συνέπεια της σημαντικής αύξησης των εισαγωγών που εισέρχονται στην αγορά της ΕΕ με μειωμένους ή μηδενικούς δασμούς, τονίζοντας ότι χωρίς άμεσα διορθωτικά μέτρα, η παραγωγή ρυζιού δεν έχει μέλλον στην Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό, οι ευρωπαϊκοί φορείς ζητούν την αναθεώρηση υφιστάμενων εργαλείων πολιτικής, ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα στην αγορά με επανεκτίμηση της λειτουργίας των αυτόματων μηχανισμών διασφάλισης που συνδέονται με τα καθεστώτα του «Συστήματος Γενικευμένων Προτιμήσεων» και του «Όλα εκτός από Όπλα», με όρια ενεργοποίησης που αντικατοπτρίζουν καλύτερα την πραγματικότητα της αγοράς και επιτρέπουν έγκαιρη δράση όταν οι αυξήσεις εισαγωγών διαταράσσουν την αγορά.

Πάντως, οι προβλέψεις της παραγωγής ρυζιού στην ΕΕ την εμπορική περίοδο 2025/26, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αν και πρόωρες, φαίνονται ευνοϊκές, μιας και αναμένεται να ανέλθει σε 1.614 χιλ. τόνους, μέγεθος σημαντικά αυξημένο ως προς την προηγούμενη (+10%), κυρίως εξαιτίας της ανάκαμψής της στην Ισπανία.

Ανέκαμψε η εγχώρια παραγωγή την περίοδο 2024/25

Η εγχώρια παραγωγή ρυζιού, σε όρους ισοδύναμου λευκασμένου προϊόντος, ανέκαμψε την περίοδο 2024/25 ανερχόμενη σε 137 χιλ. τόνους, παρουσιάζοντας σημαντική άνοδο (+8,1%) έπειτα από τις συνεχόμενες μειώσεις της στις δύο προηγούμενες περιόδους. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπολείπεται από την καλύτερη επίδοση της πενταετίας που σημειώθηκε την περίοδο 2020/21 (154 χιλ. τόνοι).

Η θετική αυτή εξέλιξη συνέβαλε στην άνοδο των εξαγωγών του προϊόντος που ανήλθαν το 2025 σε 126,5 χιλ. τόνους, αξίας 80,6 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας σημαντική άνοδο σε σχέση με το προηγούμενο έτος στον όγκο (+10,7%), αλλά μικρότερη στην αξία (+6,5%) λόγω της μείωσης της μέσης τιμής εξαγωγής, η οποία περιορίστηκε σε 637 ευρώ/τόνο (-3,9%).

Μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών, σημειώνονται οι εξαγωγές αποφλοιωμένου ρυζιού ο όγκος των οποίων ανήλθε το 2025 σε 41,6 χιλ. τόνους αξίας 24,6 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας έντονη άνοδο ως στον όγκο και την αξία (+44% και +22% αντίστοιχα), με κυριότερο προορισμό την Τουρκία που κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος (67% και 60% αντίστοιχα). Ανοδικά κινήθηκαν και οι εξαγωγές αναποφλοίωτου ρυζιού (+6,8% ως προς τον όγκο), ενώ πτώση καταγράφεται στις εξαγωγές θραυσμάτων ρυζιού. Ωστόσο, το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται στις εξαγωγές λευκασμένου ρυζιού, που εξακολουθούν να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής αξίας (40% το 2025) λόγω της σημαντικά υψηλότερης τιμής εξαγωγής.

Το 2025, οι εξαγωγές του προϊόντος ανήλθαν σε 40,7 χιλ. τόνους, αξίας 32 εκατ. ευρώ, με κυριότερο προορισμό την Τουρκία (10 χιλ. τόνοι, αξίας 6,8 εκατ. ευρώ) και μεγέθη πολλαπλάσια εκείνων του 2024, αλλά με έντονη μείωση της μέσης τιμής εξαγωγής που περιορίστηκε σε 653 ευρώ/τόνο (-16%), ενώ παραμένει σημαντικά μικρότερη από τον μέσο όρο της κατηγορίας (-17%). Ακολουθούν, σε απόσταση, έξι χώρες (Βουλγαρία, Κύπρος, Δανία, Ρουμανία, Ιορδανία και Πολωνία) που απορρόφησαν σημαντικό μέρος του όγκου (42% αθροιστικά), ενώ την καλύτερη αγορά, από άποψη υψηλότερης τιμής εξαγωγής, αποτέλεσε εκ νέου η Κύπρος (967 ευρώ/τόνο).

 

Επισημαίνεται, όμως, ότι ο προορισμός του μεγαλύτερου μέρους των ελληνικών εξαγωγών ρυζιού προς την Τουρκία, επί σειρά ετών (41% του συνολικού όγκου το 2025), αποτελεί μειονέκτημα της εξαγωγικής δραστηριότητας, μιας και οι χαμηλές τιμές εξαγωγής προς τη χώρα αυτή στερούν αναγκαίους πόρους από την παραγωγή και τη μεταποίηση του προϊόντος, που αντιμετωπίζουν συνεχώς αυξανόμενο κόστος στο διάστημα των τελευταίων ετών. Πρόκληση, εξάλλου, αποτελούν οι πολύ περιορισμένες ελληνικές εξαγωγές λευκασμένου ρυζιού προς το Ην. Βασίλειο (μόλις 776 τόνοι το 2025), που συνιστά τον κυριότερο εξαγωγικό προσανατολισμό της ΕΕ (100.000 τόνοι το 2025, με ποσοστό της τάξεως του 37%), που παρουσιάζει ιδιαίτερα υψηλή μέση τιμή εξαγωγής (1.224 ευρώ/τόνο), σχεδόν διπλάσια εκείνης της Ελλάδος προς την Τουρκία.Από την άλλη πλευρά, οι εισαγωγές του προϊόντος στην Ελλάδα περιορίστηκαν το 2025 σε 19,3 χιλ. τόνους, αξίας 20,7 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση ως προς το προηγούμενο έτος (-7,3% και -8,4% αντίστοιχα), με κυριότερους προμηθευτές έξι χώρες (Πακιστάν, Βέλγιο, Ινδία, Μιανμάρ, Ιταλία, Καμπότζη), που κάλυψαν το μεγαλύτερο μέρος του όγκου (82%). Στο επίπεδο των προβλέψεων, ευνοϊκές θεωρούνται οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αν και πρόωρες, σύμφωνα με τις οποίες η παραγωγή ρυζιού στην Ελλάδα θα ανέλθει την εμπορική περίοδο 2025/26 σε 161 χιλ. τόνους, παρουσιάζοντας σημαντική άνοδο ως προς την προηγούμενη (+18%). Θα χρειαστεί πάντως αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι να επιβεβαιωθούν οι θετικές αυτές εκτιμήσεις.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: