«Ξερά Χόρτα» («About Dry Grasses») – Χάνοντας το «πρασίνισμα» κάτω από το χιόνι της τουρκικής υπαίθρου

Συλλογιζόμενος πάνω στο προσφιλές θέμα της σκοτεινής πλευράς των ανθρώπινων σχέσεων, ο διακεκριμένος σκηνοθέτης Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν βάζει στο κάδρο τον συντηρητισμό, την αυταρχικότητα της εξουσίας και τις συνθήκες εγκλωβισμού που ευδοκιμούν στο τραχύ ορεινό ανάγλυφο του τουρκικού Κουρδιστάν, υπογράφοντας ένα πολυεπίπεδο ψυχογράφημα με προεκτάσεις κοινωνικοπολιτικού σχολίου.

Σε ένα ασυγκράτητα διαλογικό έργο-σπουδή πάνω στους χαρακτήρες, ο βραβευμένος στις Κάννες Τούρκος σκηνοθέτης Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν («Winter Sleep», «The Wild Pear Tree») συνεχίζει στη –φιλμογραφικά αντιπροσωπευτική– ρότα της εμβάθυνσης στη σκοτεινή πλευρά των ανθρώπινων σχέσεων, με φόντο τα άγρια τοπία της τουρκικής ενδοχώρας.

Ο λόγος για τα «Ξερά Χόρτα» (αγγλ. τίτλος «About Dry Grasses» / πρωτ. τίτλος «Kuru Otlar Üstüne», 2023), ένα βραδυφλεγές ψυχογραφικό δράμα που έχει την αλληγορική δύναμη ώστε να ανάγει εαυτόν σε κοινωνικοπολιτικό φιλμικό δοκίμιο, βάζοντας στο κάδρο τη συντηρητική και αυταρχική Τουρκία του σήμερα.

Ο Σαμέτ (Ντενίζ Τσελίλογλου), ένας 30άρης δάσκαλος καλλιτεχνικών με πάθος για τη φωτογραφία, διανύει τον τέταρτο χρόνο του «αγροτικού» του σε έναν παραδοσιακό ορεινό οικισμό στα βάθη της Ανατολίας, εντός των νοητών ορίων του τουρκικού Κουρδιστάν, ζώντας σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από παρατεταμένους και αντίξοους χειμώνες.

Μέσω της διδασκαλίας του, φαίνεται να προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει την πρόοδο και να άρει τις αναχρονιστικές παιδαγωγικές αντιλήψεις που καλά κρατούν στην κλειστή κοινωνία της υπαίθρου, χτίζοντας μια εποικοδομητική σχέση με τους μαθητές του μέσα στις λειψές υποδομές του σχολείου. Ωστόσο, μια δεύτερη, πιο προσεκτική ανάγνωση, θα αποκαλύψει έναν ανασφαλή ενήλικα, ο οποίος αντλεί επιβεβαίωση από τα ερωτικά αισθήματα που φανερά τρέφει για εκείνον μια 14χρονη μαθήτριά του, η Σεβίμ (Έτσε Μπακσί).

Μέσα στον κυκεώνα ενός σκανδάλου

Μοιραία, στο πρώτο κραυγαλέο κρούσμα μη ανταπόδοσης των φαινομενικά καλών του προθέσεων, ο πρωταγωνιστής αφήνεται να κατακλυστεί από πικρόχολα και ταπεινά συναισθήματα, τα οποία προφανώς προϋπήρχαν σε λανθάνουσα κατάσταση. Καταλύτης είναι ένα ερωτικό ραβασάκι, το οποίο εντοπίζεται στην τσάντα της Σεβίμ, στην τάξη όπου διδάσκει ο Σαμέτ, ξεκινώντας ένα ντόμινο εξελίξεων που τον φέρνει αντιμέτωπο με άδικες κατηγορίες για παιδοφιλία (σ.σ. η με συνοπτικές διαδικασίες συγκάλυψη του σκανδάλου από τις αρμόδιες αρχές δίνει, παράλληλα, τροφή για σκέψη και προβληματισμό). Με τη σειρά του, ο δάσκαλος βρίσκει καταφύγιο σε ένα αρρενωπής δομής «καβούκι» μισανθρωπιάς, το οποίο περιλαμβάνει αποκρουστικές δόσεις εγωισμού, αήθους ανταγωνιστικότητας, υπεροψίας (η παγίδα της πνευματικής ανωτερότητας) και κυνισμού, εκφέροντας μια τοξική συμπεριφορά τόσο ως φίλος και ερωτικός παρτενέρ, όσο και ως εκπαιδευτικός-καθοδηγητής.

Το θέμα του εγκλωβισμού και της αποξένωσης προελαύνει σε έναν νατουραλιστικό χώρο δράσης: Ο Σαμέτ ονειρεύεται μια μετάθεση στην Κωνσταντινούπολη, ωστόσο παραμένει καθηλωμένος σε ένα απομακρυσμένο και μονίμως χιονισμένο μικρό χωριό στη μέση του πουθενά.

Η κινηματογράφηση του σκεπασμένου κάτω από πυκνό χιόνι φυσικού τοπίου και τα καδραρίσματα του πρωταγωνιστή σε αυτό, μεταφέρουν αυτούσιο το συγκεκριμένο συναίσθημα.

Σαν να μην έφθαναν οι ασθμαίνουσες ελπίδες του να αποδράσει από αυτήν τη μουντή ζωή, τώρα πια βρίσκεται αιχμάλωτος και σε ένα πλέγμα ανυπόστατων κατηγοριών, τροφοδοτούμενων από τον «πληγωμένο» εγωισμό της ερωτικής απογοήτευσης της Σεβίμ, οι οποίες μπορούν να καταστρέψουν ολοκληρωτικά όχι μόνο την καριέρα, αλλά και ολάκερη τη ζωή του.

Στον αντίποδα, ο φίλος, συγκάτοικος και συνάδελφος του Σαμέτ, Κενάν (Μουσάμπ Εκίτσι), είναι ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, ο οποίος, χωρίς αστερίσκους υστερόβουλων σκέψεων, διακρίνεται από γνήσια προθυμία να υπηρετήσει αυτόν τον αφιλόξενο τόπο και τους βεβαρυμένους από την πολιτική πραγματικότητα κουρδικούς πληθυσμούς του. Θα βρεθεί, όμως, και εκείνος στο ίδιο τσουβάλι με το κεντρικό πρόσωπο του έργου, αντιμετωπίζοντας από κοινού τις κατηγορίες περί ανάρμοστης συμπεριφοράς.

Οι παράλληλοι φαύλοι κύκλοι και το σπάσιμό τους

Αυτή η «κακοδαιμονία» και το εντεινόμενο αίσθημα ματαιότητας μεταμορφώνουν τον Σαμέτ σε μια καθολικά χειρότερη εκδοχή του εαυτού του, ωθώντας τον να παραιτηθεί από αλτρουιστικές ιδέες και πράξεις, και μάλιστα γεννούν τεταμένες καταστάσεις, μέσα από τις οποίες η ταινία περιεργάζεται τους ανθρώπινους δεσμούς και τις καλά ριζωμένες υποσυνείδητες προκαταλήψεις, που υψώνουν αδιαπέραστα τείχη. Αναλογιζόμενος την αξιακή κατρακύλα ενός προσώπου που ξεκίνησε από την αφετηρία ενός υπεροπτικού… ιδεαλισμού, για να ενδώσει με την πρώτη ευκαιρία στον μισάνθρωπο κυνισμό, ο σκηνοθέτης καλλιεργεί και συντηρεί ένα ταιριαστό αίσθημα άγχους και δυσφορίας στα κυρίαρχα διαλογικά μέρη.

Η ανάλυση του χαρακτήρα του Σαμέτ έρχεται και δένει με την ακτινογραφία της συντηρητικής τουρκικής κοινωνίας και των θεσμών της, η οποία παραμένει ολοκληρωτικά παραδομένη στον αυταρχισμό και τα έμφυλα στερεότυπα.

Όμως, μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι, τη λύση έρχεται να δώσει μια «λαβωμένη» ηρωίδα: Είναι η Νουράι (μια Μερβέ Ντιζντάρ σε ρεσιτάλ ερμηνείας, το οποίο της χάρισε το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών), μια ανοιχτόμυαλη νεαρή δασκάλα κουρδικής καταγωγής, με πλούσια ακτιβιστική δράση, η οποία προσπαθεί να ορθοποδήσει και να αποκτήσει ξανά την ανεξαρτησία της μετά από ένα τραγικό γεγονός που έχει οριοθετήσει την καθημερινότητά της (σ.σ. ο ακρωτηριασμός του ποδιού της κατά τη διάρκεια μιας τρομοκρατικής επίθεσης). Μέσα από το ψυχικό της σθένος και τις σαρωτικές δυνάμεις που αυτό είναι ικανό να κατευνάσει, η ίδια ενσαρκώνει το προπαρασκευαστικό στάδιο της διαδικασίας της προοδευτικής αλλαγής, η οποία είναι απαραίτητη ώστε να γυρίσει σελίδα η Τουρκία. Ταυτόχρονα, σε αυτόν τον χαρακτήρα ενυπάρχει και μια ενδιαφέρουσα σημειολογία για το κουρδικό ζήτημα και τα εμπόδια που αυτό καλείται να υπερβεί.

Κονταρομαχόμενος με τον Κενάν για τα μάτια της Νουράι, ο Σαμέτ θα δώσει άλλο ένα ρεσιτάλ ανωριμότητας. Ωστόσο, εκείνη, μέσα από μια ιδεολογική αναμέτρηση μαζί του, δεν θα διστάσει να τον βοηθήσει να αναθεωρήσει έως έναν βαθμό τις ισοπεδωτικές αντιλήψεις και τον φιλοσοφικό του δογματισμό. Χάρη στην παρέμβασή της, ο τελικός προορισμός του στατικού του «ταξιδιού» θα είναι μια τίμια ενδοσκόπηση, με… φωτεινή χαραμάδα αυτοβελτίωσης, μπροστά στα ηλιόλουστα ερείπια που αφήνει πίσω του το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου (σ.σ. η εμπνευσμένη τελευταία σεκάνς της περιήγησης των τριών πρωταγωνιστών στον αρχαίο τύμβο Karakus στο όρος Νεμρούτ, από την οποία δίνεται μια γεύση στην αφίσα της ταινίας).

Έχοντας, λοιπόν, πρωταγωνιστήσει σε ένα ενδοσχολικό σκάνδαλο και σε ένα ερωτικό τρίγωνο, ο Σαμέτ θα δει τον… κύκλο του στην τουρκική ύπαιθρο να κλείνει, αφήνοντας πίσω του, κάτω από το λιωμένο χιόνι του θέρους, ξερά χόρτα που δεν έζησαν ποτέ ένα υγιές πρασίνισμα· μια πολυεπίπεδη μεταφορά για την κατάσταση που βιώνουν οι κάθε λογής καταπιεσμένοι (σ.σ. από τον συμπλεγματικό πρωταγωνιστή και τη «λαβωμένη» συνάδελφό του, μέχρι το Κουρδιστάν και αυτόν τον «χωρίς πατρίδα» λαό). Παράλληλα, είναι και μια υπενθύμιση ότι το ίδιο «ξεραμένοι» κινδυνεύουμε να καταλήξουμε κι εμείς –οι απ’ έξω–, εάν αφεθούμε έρμαια σε έναν δηλητηριασμένο, τοξικό εαυτό.

Η ταινία, η οποία αποτέλεσε πρόταση της Τουρκίας για τα βραβεία Όσκαρ, συνεχίζει να προβάλλεται σε επιλεγμένες κινηματογραφικές αίθουσες.

ΤΟΥΡΚΙΑ
Σε δεινή κατάσταση οι Κούρδοι αγρότες στα βάθη της Ανατολίας

Σοβαρή ευθύνη φέρουν οι πολιτικές της κεντρικής διοίκησης Ερντογάν

Πολλαπλές προκλήσεις αντιμετωπίζουν το τελευταίο διάστημα οι Κούρδοι αγρότες της Ανατολίας, σύμφωνα με πρόσφατες αναφορές του κουρδικού πρακτορείου ειδήσεων Mezopotamya Agency. Στην Περιφέρεια Μπόζοβα, η οποία βρίσκεται στη νοτιοανατολική τουρκική επαρχία Σανλιούρφα, οι επιζήμιες αγροτικές πολιτικές της κυβέρνησης του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε συνδυασμό με μια εντεινόμενη οικονομική κρίση και άλλους δυσμενείς παράγοντες, έχουν παγιώσει επισφαλείς συνθήκες για τους παραγωγούς που ανήκουν στη μεγαλύτερη εθνοτική μειονότητα της χώρας, ωθώντας τους στο σημείο να εγκαταλείπουν τα εδάφη τους.

Μετά την περσινή επανεκλογή του Ερντογάν στις προεδρικές και βουλευτικές εκλογές της Τουρκίας, η οποία οδήγησε σε σημαντική υποτίμηση της τουρκικής λίρας, η οικονομική κρίση έχει επιδεινωθεί για τους Κούρδους αγρότες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες στην πώληση των προϊόντων τους. Επιπλέον, οι αυξανόμενες τιμές των βασικών εισροών, όπως το αγροτικό πετρέλαιο κίνησης, τα λιπάσματα και οι σπόροι, έχουν προσθέσει παραπανίσια βάρη στο φορτίο τους.
Η κλιματική αλλαγή παίζει, επίσης, τον ρόλο της, επηρεάζοντας αρνητικά τις γεωργικές εκτάσεις, με αποτέλεσμα αυτές να χρησιμοποιούνται πλέον για μη γεωργικούς σκοπούς. Ως αποτέλεσμα, οι αγρότες αδυνατούν να διατηρήσουν ζωντανή την παραγωγή και τη δραστηριότητά τους.

Όπως αναφέρει ο Vedat Yildirim, ένας 30χρονος Κούρδος που καλλιεργεί στην περιοχή τα τελευταία 15 χρόνια, ένας αυξανόμενος αριθμός αγροτών απομακρύνεται από το επάγγελμα, με ελάχιστους πια να απομένουν.

Ένας άλλος τοπικός παραγωγός, ονόματι Tahsin Durmaz, στέκεται στην απουσία αγροτικών πολιτικών που να στοχεύουν στην επίλυση των δυσκολιών τις οποίες αντιμετωπίζουν οι αγρότες. Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι οι επιζήμιες αγροτικές πολιτικές αποσκοπούν στην εξασθένιση και, κατ’ επέκταση στην απόλυτη εξάρτηση του αγροτικού κόσμου από την κυβέρνηση, αλλά και την εκδίωξη όσων αντιστέκονται.