Σε μάστιγα έχουν εξελιχθεί οι ελληνοποιήσεις μελιού

-Διαφήμιση-

Μεγάλη «πληγή» για την εγχώρια μελισσοκομία αποτελεί το φαινόμενο των ελληνοποιήσεων μελιού που πλήττει βάναυσα τον Έλληνα παραγωγό και καταναλωτή. Όπως ήταν αναμενόμενο, το θέμα απασχόλησε έντονα τις εργασίες του 3oυ Πανελλήνιου Συνεδρίου Επαγγελματικής Μελισσοκομίας, όπου τονίσθηκε η επιτακτική ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων για την αποτροπή του φαινομένου.

Όπως υπογραμμίζει στην «ΥΧ» ο γραμματέας του Μελισσοκομικού Συλλόγου Αχαΐας, επιτήδειοι εκμεταλλεύονται τη βασική αρχή του ελεύθερου εμπορίου, εισάγουν φθηνό, υποβαθμισμένο μέλι και το προωθούν σαν ελληνικό, εξαπατώντας έτσι την πολιτεία και αισχροκερδώντας σε βάρος του καταναλωτή. «Η αισχροκέρδεια αυτή δημιουργεί ένα σωρό από άλλες αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις, όπως ο αθέμιτος ανταγωνισμός, η δυσφήμιση του προϊόντος, η απώλεια της εμπιστοσύνης του καταναλωτή στο ελληνικό μέλι, η δυσκολία στη διάθεσή του, η χαλάρωση στις προσπάθειες παραγωγής ποιοτικού μελιού και η αποθάρρυνση του παραγωγού που σε μερικές περιπτώσεις φθάνει μέχρι και την εγκατάλειψη του επαγγέλματός του», τονίζει χαρακτηριστικά.

Στη συνέχεια, ο ίδιος προσθέτει ότι «παρά τις σοβαρές καταγγελίες, κανείς μέχρι στιγμής δεν κατηγορήθηκε επίσημα και κανείς δεν καταδικάστηκε για την απάτη. Αντίθετα, ο αρμόδιος φορέας του υπουργείου, ο ΕΦΕΤ, αναφέρει την αδυναμία του αγορανομικού ελέγχου να διαπιστώσει τη γεωγραφική προέλευση των εισαγόμενων μελιών και να το διακρίνει από το εγχώριο».

Όπως αναφέρει στην «ΥΧ», η στάση αυτή όχι μόνο δεν συμβάλλει στην επίλυση του προβλήματος, αλλά αντίθετα ανοίγει τις κερκόπορτες της ελληνικής αγοράς στις ελληνοποιήσεις.

Προτάσεις

Ο Μελισσοκομικός Σύλλογος Αχαΐας, διά στόματος του κ. Αλιχού, ζητά την άμεση εφαρμογή διοικητικών μέτρων, όπως την υποχρεωτική καταγραφή στο βιβλίο αποθήκης της ποσότητας εισαγωγής και διακίνησης του εισαγόμενου μελιού. Επιμένει στην πλήρη ιχνηλασιμότητα στα παραστατικά που θα φανερώνουν την πορεία του εισαγόμενου μελιού (τιμολόγια αγοράς, πώλησης).

Παράλληλα, προτείνει την ανάπτυξη και τη νομοθέτηση εργαστηριακών μεθόδων ιχνηλασιμότητας και διαχωρισμού του εγχώριου από τα εισαγόμενα μέλια (γυρεοσκοπική εξέταση, φάσμα αρωματικών ουσιών κ.λπ.), χρήση τοπωνυμίων και πιστοποίηση του εγχώριου προϊόντος από τους φορείς των μελισσοκόμων, όπως ήδη εφαρμόζεται με μεγάλη επιτυχία σε αρκετές χώρες όπως η Κύπρος, η Γερμανία, η Σλοβακία, η Πολωνία, η Τσεχία, η Αργεντινή, ο Καναδάς, η Κολομβία, η Πορτογαλία και άλλες.

Πέρα από τα μέτρα αυτά, προτείνονται πυκνοί τακτικοί και έκτακτοι έλεγχοι στους εισαγωγείς μελιού και αποτρεπτικές διοικητικές κυρώσεις για μη συμμορφώσεις στους παραβάτες.

Το ελληνικό σήμα

Ο Μελισσοκομικός Σύλλογος ζητά την καθιέρωση του ελληνικού σήματος, εφόσον πρώτα θεσμοθετηθούν οι μέθοδοι διαφοροποίησης του ελληνικού από το εισαγόμενο και με την προϋπόθεση ότι θα διεξάγονται πυκνοί έκτακτοι έλεγχοι στο διακινούμενο με το σήμα προϊόν.

«Ο κανονισμός απονομής του σήματος έχει ολοκληρωθεί από το ΥΠΑΑΤ σε συνεργασία με φορείς των μελισσοκόμων, χωρίς όμως να προβλέπει ασφαλιστικές δικλείδες προστασίας του εγχώριου προϊόντος. Οι τυποποιητές θα ελέγχονται κάθε τρία χρόνια, σε τακτικό έλεγχο και μόνο στα έγγραφα διακίνησης. Το τυποποιημένο προϊόν δεν ελέγχεται εργαστηριακά, γιατί ο ΕΦΕΤ δεν δέχεται τη γυρεοσκοπική εξέταση και όποια άλλη εξέταση εντοπίζει το ελληνοποιημένο προϊόν», υποστηρίζει ο κ. Αλιχός.

-Διαφήμιση-