Μονόδρομος η γευσιγνωσία για την αναβάθμιση του ελαιολάδου

Μια αταλάντευτη πορεία, που έχει ξεκινήσει από το 2014 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, ακολουθεί το Εργαστήριο Γευσιγνωσίας Ελαιολάδου Καλαμάτας, το οποίο υπάγεται στη Σχολή Γεωπονίας και Τροφίμων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
Δώδεκα χρόνια μετά, μέσα από τη συνεχή προσφορά προς τους παραγωγούς αλλά και συνολικά σε όλη την αλυσίδα παραγωγής που εμπλέκεται με το ελαιόλαδο, όλα δείχνουν ότι η τάση για μετάβαση σε ένα ανώτερο επίπεδο ποιότητας, μέσω της γευσιγνωσίας, αρχίζει να γίνεται κτήμα μεγάλης ομάδας παραγωγών και παράλληλα προσελκύει το ενδιαφέρον πολλών μονάδων τυποποίησης ελαιολάδου.
Ο Βασίλης Δημόπουλος, αναφερόμενος σε αυτή την πορεία, δηλώνει:
«Όταν ξεκινήσαμε, η γευσιγνωσία δεν ήταν τόσο γνωστή, αν και υπάρχει κανονισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 1991 που ξεκαθάριζε ότι για την ταξινόμηση του ελαιολάδου είναι αναγκαία η γευσιγνωστική του αξιολόγηση. Μια ομάδα εξειδικευμένων γευσιγνωστών το δοκιμάζει και αποφαίνεται εάν το ελαιόλαδο έχει αρνητικές οσμές ή γεύσεις, οι οποίες προέρχονται από κακές καλλιεργητικές πρακτικές ή κακές πρακτικές στο ελαιοτριβείο, αλλά συνηθέστερα η γευσιγνωστική υποβάθμιση του ελαιολάδου γίνεται κατά την αποθήκευσή του».
Στη συνέχεια, αναφερόμενος στη σχέση των παραγωγών με τη γευσιγνωσία, σημειώνει ότι το ενδιαφέρον αυξάνεται σταδιακά και «τον πρώτο λόγο έχουν οι νεότερες ηλικίες, που διαθέτουν πιο σύγχρονες πολιτισμικές αξίες και προσπαθούν να αξιοποιήσουν το προϊόν που παράγουν, προωθώντας το σε νέες αγορές, όπου συναντούν διαφορετικό αγοραστικό κοινό».
Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, ο Βασίλης Δημόπουλος επισημαίνει ότι:
«Συνήθως έρχονται για γευσιγνωσία όσοι θέλουν να δημιουργήσουν ένα ελαιόλαδο πολύ καλής ποιότητας και να το προωθήσουν στις αγορές τους. Αυτοί διαθέτουν 1-2 τόνους. Υπάρχουν φυσικά και εταιρείες που στοχεύουν σε παραγωγή 30-40 τόνων, η οποία αποτελεί μίγμα από πολλούς παραγωγούς».
Η γευσιγνωσία αποτελεί πλέον μονόδρομο για τους παραγωγούς που θέλουν να προστατεύσουν και τον καταναλωτή από κακής ποιότητας ελαιόλαδο. Παράλληλα, μέσα από τη διαδικασία αυτή, υπάρχει η δυνατότητα να εντοπιστεί πιθανό λάθος που έχει γίνει σε κάποιο στάδιο της καλλιεργητικής πρακτικής ή σε άλλα στάδια μέχρι το προϊόν να φτάσει στο ράφι.
Αυτό δίνει τη δυνατότητα διόρθωσης των λαθών την επόμενη χρονιά και συμβάλλει σε σημαντικά βήματα βελτίωσης. Γενικότερα, τα τελευταία χρόνια το επίπεδο ποιότητας βελτιώνεται και οι παραγωγοί γνωρίζουν πλέον καλύτερα τι πρέπει να κάνουν.
Εκπαίδευση
Το Εργαστήριο Γευσιγνωσίας Ελαιολάδου δεν περιορίζεται μόνο σε δοκιμές γευσιγνωσίας, αλλά προχωρά και στη διάχυση γνώσης και εμπειριών μέσω σεμιναρίων που διοργανώνει κατά καιρούς.
Η λειτουργία του Εργαστηρίου, που δεν επιβαρύνει οικονομικά το Πανεπιστήμιο, κινείται σε τρεις άξονες. Ο πρώτος είναι η παροχή υπηρεσιών γευσιγνωστικής αξιολόγησης προς ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς. Ο δεύτερος αφορά την εκπαίδευση των φοιτητών· είμαστε το μοναδικό Πανεπιστήμιο που προσφέρει το μάθημα της γευσιγνωσίας ελαιολάδου σε προπτυχιακό επίπεδο. Ταυτόχρονα, προσφέρονται υπηρεσίες εκπαίδευσης στο πλαίσιο του Κέντρου Εκπαίδευσης και Δια Βίου Μάθησης (ΚΕΔΙΒΙΜ) του Πανεπιστημίου προς την κοινωνία, όπου μπορεί να συμμετάσχει όποιος το επιθυμεί, από παραγωγούς μέχρι απλούς καταναλωτές. Τέλος, ο τρίτος άξονας αφορά τη συμμετοχή του Εργαστηρίου σε διάφορα ερευνητικά προγράμματα που σχετίζονται με το ελαιόλαδο και την ποιότητά του.
Σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση στελεχών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα του ελαιολάδου, ο ίδιος τονίζει ότι «πλέον συμμετέχουν πολλά στελέχη επιχειρήσεων, τα οποία δημιουργούν μικρές ομάδες και παρακολουθούν σεμινάρια μικρής διάρκειας».









