FAO: Υψηλές Αποδόσεις και ιστορικά ρεκόρ, αλλά με προκλήσεις για παραγωγούς και αγορές

Παραμένει η αβεβαιότητα για την επισιτιστική ασφάλεια
29/04/2026
10'+ διάβασμα
fao-ypsiles-apodoseis-kai-istorika-rekor-alla-me-prokliseis-gia-paragogous-kai-agores-377642
Wheat grain storage in the arched hangar

Η παγκόσμια αγορά σιτηρών για το 2026 βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι καθώς οι αποδόσεις παγκοσμίως παραμένουν υψηλές και τα αποθέματα φτάνουν σε ιστορικά ρεκόρ, αλλά οι ακραίες καιρικές συνθήκες, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και η μεταβλητότητα στις τιμές των εισροών δημιουργούν νέες προκλήσεις για παραγωγούς και καταναλωτές. Επιπλέον, η επισιτιστική ασφάλεια συνεχίζει να απειλείται, καθώς περίπου 41 χώρες εξακολουθούν να απαιτούν διεθνή βοήθεια για τρόφιμα, κυρίως λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων με την κατάσταση να ενισχύεται από ακραία καιρικά φαινόμενα, επισημαίνει ο FAO στις πρόσφατες αναλύσεις του για την παγκόσμια αγορά και παραγωγή σιτηρών αλλά και την επισιτιστική ασφάλεια.

Παρά την αυξημένη παραγωγή και τα ιστορικά υψηλά αποθέματα σιτηρών, οι τιμές παραμένουν ασταθείς σε πολλές αγορές, ενώ η πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας εισροές όπως λιπάσματα, σπόρους και ενέργεια παραμένει περιορισμένη σε περιοχές που πλήττονται από οικονομικές δυσκολίες και πολιτικές εντάσεις. Η προσεκτική διαχείριση αποθεμάτων και η ενίσχυση των εισαγωγών αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την εξασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας διεθνώς. Ταυτόχρονα, η πρόσφατη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, καθώς επιδρά ειδικότερα, στις σχετιζόμενες με την ενέργεια εισροές. «Εφόσον οι πιέσεις αυτές επιμείνουν, δεν αποκλείεται να μεταφραστούν σε υψηλότερα παραγωγικά και μεταφορικά κόστη για τα αγροδιατροφικά συστήματα» επισημαίνει ο οργανισμός.

Αυξημένη η παγκόσμια παραγωγή σιτηρών και επαρκής διαθεσιμότητα

Η παγκόσμια παραγωγή σιτηρών για το 2025 ανήλθε σε 3.036 εκατομμύρια τόνους, υψηλότερα κατά 0,2% από τις εκτιμήσεις του προηγούμενου μήνα, και αυξημένη κατά 5,8% σε σχέση με το 2024, κυρίως λόγω υψηλών αποδόσεων του καλαμποκιού αλλά και αύξησης των εκτάσεων σε χώρες όπως η Παραγουάη και η Ινδονησία.

Σε ότι αφορά το ρύζι, με τις προοπτικές να έχουν αλλάξει ελάχιστα από τον Μάρτιο, η παραγωγή ανέρχεται στους 563,4 εκατομμύρια τόνους, σημειώνοντας αύξηση κατά 2,1% σε σχέση με το 2024. Κύριοι παραγωγοί παραμένουν το Μπαγκλαντές, η Βραζιλία, η Κίνα, η Ινδία και η Ινδονησία.

Παράλληλα, στους 2.945 εκατ. τόνους προβλέπεται να φτάσει η παγκόσμια χρήση σιτηρών το 2025/26, αυξημένη κατά 0,2% από τον Φεβρουάριο και κατά 2,4% από το 2024/25, κυρίως λόγω υψηλότερης χρήσης των χονδρόκοκκων σιτηρών για ζωοτροφές, ιδιαίτερα στη Νότια Αμερική, όπου η προσφορά είναι άφθονη, αναφέρει ο FAO στις προοπτικές για το 2026. Η παγκόσμια κατανάλωση ρυζιού αναμένεται να φτάσει σε νέο υψηλό 555,6 εκατ. τόνων, αυξημένη κατά 2,7% σε σχέση με το 2024/25. Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στη διατροφική χρήση, αλλά και σε χρήσεις, όπως η παραγωγή αιθανόλης στην Ινδία. 

Ταυτόχρονα, ο Οργανισμός για τη Γεωργία και τα Τρόφιμα των Ηνωμένων Εθνών, προβλέπει άνεση στη διαθεσιμότητα αλλά και ασφάλεια χωρίς όμως να λείπουν οι προκλήσεις. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, τα παγκόσμια αποθέματα σιτηρών στο τέλος της περιόδου 2025/2026, σημειώνοντας περαιτέρω άνοδο, αναμένεται να φτάσουν τους 951,5 εκατ. τόνους, αυξημένα κατά 9,2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η αύξηση οφείλεται κυρίως σε υψηλότερα αποθέματα σιταριού στην ΕΕ, λόγω βραδύτερων εξαγωγών, και στο Ιράν, λόγω ταχύτερων εισαγωγών. Αυξήσεις παρατηρούνται, επίσης, στο Ουζμπεκιστάν και την Ινδία. Ο λόγος αποθεμάτων προς κατανάλωση εκτιμάται στο 32,2%, υποδηλώνοντας επαρκή προσφορά. Τα παγκόσμια αποθέματα ρυζιού προβλέπεται να αυξηθούν κατά 4,2%, φτάνοντας τους 219,3 εκατομμύρια τόνους, λόγω συσσώρευσης τόσο σε εξαγωγικές όσο και σε εισαγωγικές χώρες.

Προοπτικές παραγωγής σιτηρών 2026

Η παγκόσμια παραγωγή σιτηρών συνεχίζει να κινείται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, παρά τις προκλήσεις από τις τιμές εισροών, τις ακραίες καιρικές συνθήκες και τις γεωπολιτικές εντάσεις. Σύμφωνα με την έκθεση του FAO για τις προοπτικές των καλλιεργειών και την επισιτιστική κατάσταση του Μαρτίου (η έκθεση δημοσιεύεται τρεις φορές το χρόνο), το 2026 αναμένεται, ωστόσο, μια μείωση στη συνολική παραγωγή σιτηρών κατά περίπου 3% σε σχέση με το 2025, κυρίως λόγω μειωμένων σπορών και επιστροφής σε μέσες αποδόσεις, μετά τα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα του προηγούμενου έτους.

Σε υψηλά επίπεδα παρά τη μικρή κάμψη το σιτάρι

Πιο συγκεκριμένα, η παγκόσμια παραγωγή σιταριού προβλέπεται να φτάσει τους 810 εκατομμύρια τόνους, διατηρώντας επίπεδα πάνω από τον πενταετή μέσο όρο, αλλά μειωμένη κατά περίπου 3% σε σχέση με το 2025. Η μείωση αποδίδεται κυρίως στις χαμηλότερες τιμές που περιόρισαν τις σπορές και στην επιστροφή των αποδόσεων σε πιο φυσιολογικά επίπεδα.

Στην ΕΕ και τις ΗΠΑ, η μείωση των εκτάσεων αποτελεί βασικό παράγοντα πτώσης της παραγωγής, ενώ στη Ρωσία και την Ουκρανία οι καιρικές συνθήκες και οι επιπτώσεις του πολέμου συνεχίζουν να επηρεάζουν τις προοπτικές.

Πάνω από τον μέσο όρο η παραγωγή καλαμποκιού

Η παγκόσμια παραγωγή καλαμποκιού για το 2026 αναμένεται να παραμείνει σε επίπεδα άνω του μέσου όρου, με τη Νότια Αμερική να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της προσφοράς. Στη Βραζιλία και την Αργεντινή, οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες και οι αυξημένες καλλιεργούμενες εκτάσεις στηρίζουν τις αποδόσεις, ενώ στη Νότια Αφρική η παραγωγή αναμένεται υψηλή. Στην ΕΕ, η πιθανή μείωση εκτάσεων αντισταθμίζεται από την αναμενόμενη ανάκαμψη των αποδόσεων μετά την ξηρασία του προηγούμενου έτους.

Το καλαμπόκι παραμένει βασικό σιτηρό για ζωοτροφές, με τη ζήτησή του να διατηρείται ισχυρή σε παγκόσμιο επίπεδο.

Κριθάρι και σόργο τα κρίσιμα για τις ζωοτροφές

Το κριθάρι και το σόργο διατηρούν σημαντικό ρόλο στη διεθνή αγορά σιτηρών, κυρίως ως βασικές πρώτες ύλες για ζωοτροφές. Η χρήση τους αναμένεται να ενισχυθεί το 2025/26, αντανακλώντας την αυξημένη ζήτηση και τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών σιτηρών σε αγορές με επαρκή προσφορά. Σε χώρες όπως η Αργεντινή, η ισχυρή εξαγωγική ζήτηση για σιτάρι έχει οδηγήσει σε μεγαλύτερη χρήση καλαμποκιού και σόργου στις ζωοτροφές, ενώ στην ΕΕ το κριθάρι διατηρεί σταθερή συμβολή στην κτηνοτροφία. Στη Ρωσία, η παραγωγή κριθαριού παραμένει σημαντική, φτάνοντας περίπου τους 19 εκατ. τόνους το 2025.

Συνολικά, τα δύο αυτά σιτηρά λειτουργούν ως ευέλικτες εναλλακτικές, συμβάλλοντας στη σταθερότητα της αγοράς ζωοτροφών και στην εξισορρόπηση της ζήτησης.

Ρεκόρ παραγωγής με κινητήρια δύναμη την Ασία στο ρύζι

Η παγκόσμια παραγωγή ρυζιού για το 2025/26 αναμένεται να φτάσει τους 563,4 εκατ. τόνους (σε ισοδύναμο λευκασμένου ρυζιού), σημειώνοντας αύξηση περίπου 2,1% σε ετήσια βάση και καταγράφοντας νέο ιστορικό υψηλό.

Συνολικά, το ρύζι παραμένει βασικός πυλώνας της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας, με την αυξημένη παραγωγή να συμβάλλει στη διατήρηση επαρκών αποθεμάτων και στη σταθερότητα της αγοράς.

Διεθνές εμπόριο σιτηρών: Ανάκαμψη με ισχυρές ροές αλλά και ανισορροπίες

Το διεθνές εμπόριο σιτηρών για την περίοδο 2025/26 παρουσιάζει σαφή δυναμική ανάκαμψης κατά 3,6 εκατ. τόνους, με τον FAO να εκτιμά ότι θα φτάσει έως και τους 505,3 εκατ. τόνους, καταγράφοντας αύξηση περίπου 3,5% σε σχέση με την προηγούμενη εμπορική περίοδο. Πρόκειται για το δεύτερο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί, γεγονός που επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη ένταση των εμπορικών ροών, παρά τις γεωπολιτικές και οικονομικές πιέσεις.

Στο επίκεντρο της ανόδου βρίσκεται το εμπόριο σιταριού, το οποίο εκτιμάται ότι θα φτάσει τους 204,8 εκατομμύρια τόνους, αυξημένο σημαντικά σε σχέση με το 2024/25. Η αύξηση αυτή συνδέεται κυρίως με την επιστροφή της ζήτησης από χώρες όπως η Τουρκία, μετά την άρση περιορισμών στις εισαγωγές, αλλά και με την ενίσχυση των εξαγωγών από χώρες όπως η Αργεντινή και το Καζακστάν.

Παράλληλα, σημαντικό ρόλο στις εμπορικές εξελίξεις διαδραματίζουν και αγορές όπως το Ιράν, το οποίο αύξησε τις εισαγωγές σιταριού και κριθαριού ήδη από την αρχή της εμπορικής περιόδου, ενισχύοντας τη διεθνή ζήτηση. Αντίθετα, στην ΕΕ παρατηρείται επιβράδυνση των εξαγωγών σιταριού, γεγονός που οδήγησε σε αναθεώρηση προς τα κάτω των σχετικών προβλέψεων.

Στα χονδρόκοκκα σιτηρά, και ιδιαίτερα στο καλαμπόκι, το διεθνές εμπόριο διατηρείται σχετικά σταθερό, κοντά στους 192,9 εκατομμύρια τόνους, με τις ΗΠΑ και τη Βραζιλία να συνεχίζουν να εξάγουν σε υψηλούς ρυθμούς, καλύπτοντας τη ζήτηση κυρίως από αγορές ζωοτροφών.

Στο ρύζι, οι προοπτικές είναι ελαφρώς διαφορετικές, καθώς το διεθνές εμπόριο για το 2026 (Ιανουάριος–Δεκέμβριος) εκτιμάται στους 60 εκατ. τόνους, παρουσιάζοντας μικρή μείωση σε σχέση με το ιστορικό υψηλό του 2025. Η κάμψη αυτή αποδίδεται κυρίως σε περιορισμένες εξαγωγές από χώρες όπως η Ταϊλάνδη και η Καμπότζη, αν και εν μέρει αντισταθμίζεται από αυξημένες προοπτικές εξαγωγών από την Αίγυπτο.

Υπό την πίεση της επάρκειας οι τιμές, με έντονη μεταβλητότητα

Παρά την ισχυρή ζήτηση και την αύξηση του εμπορίου, οι διεθνείς τιμές σιτηρών εμφανίζουν τάσεις υποχώρησης σε ορισμένες αγορές, κυρίως λόγω της υψηλής διαθεσιμότητας και των μεγάλων αποθεμάτων που έχουν συσσωρευτεί μετά από διαδοχικές καλές συγκομιδές.

Ενδεικτικά, στις αγορές της Μαύρης Θάλασσας, και ειδικότερα στη Ρωσία και την Ουκρανία, οι τιμές εξαγωγής σιταριού παρουσίασαν πτώση περίπου 5% την περίοδο Οκτωβρίου 2025 – Ιανουαρίου 2026 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αντανακλώντας την επάρκεια προσφοράς και τη συγκρατημένη διεθνή ζήτηση.

Την ίδια στιγμή, σε χώρες όπως η Λευκορωσία και η Μολδαβία, οι τιμές λιανικής για το αλεύρι σίτου παρέμειναν σταθερές, γεγονός που συνδέεται με την επαρκή εγχώρια διαθεσιμότητα και την περιορισμένη εξάρτηση από εισαγωγές.

Ωστόσο, η συνολική εικόνα των τιμών δεν είναι ομοιόμορφη. Σε πολλές αγορές, η μεταβλητότητα παραμένει έντονη, κυρίως λόγω της αύξησης του κόστους ενέργειας και λιπασμάτων, των διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες, και των γεωπολιτικών εντάσεων ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή.

Η πρόσφατη κλιμάκωση εντάσεων στην περιοχή αυτή δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για τις διεθνείς αγορές, καθώς ενδέχεται να επηρεάσει το κόστος βασικών αγροτικών εισροών, όπως τα καύσιμα και τα αζωτούχα λιπάσματα. Εάν οι πιέσεις αυτές διατηρηθούν, είναι πιθανό να μετακυλήσουν, επηρεάζοντας τελικά τις τιμές τροφίμων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Επισιτιστική ασφάλεια: Αυξημένες ανάγκες εισαγωγών για 41 χώρες

Παρά τη συνολική επάρκεια σιτηρών σε παγκόσμιο επίπεδο, η επισιτιστική ασφάλεια εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο ζήτημα. Οι χώρες χαμηλού εισοδήματος και ελλειμματικές σε τρόφιμα (LIFDCs) αναμένεται να χρειαστούν εισαγωγές σιτηρών ύψους 55,71 εκατομμυρίων τόνων το 2025/26, ποσότητα αυξημένη κατά 11,4% σε σχέση με τον πενταετή μέσο όρο.

Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως σε ακραία καιρικά φαινόμενα που μείωσαν την εγχώρια παραγωγή, συνεχιζόμενες συγκρούσεις που διαταράσσουν τη γεωργική δραστηριότητα, ενώ και το υψηλό κόστος εισροών, φυσικά, περιορίζει την παραγωγική ικανότητα.

Ιδιαίτερα στην Αφρική και την Ασία, χώρες όπως το Σουδάν, η Μαδαγασκάρη και η Συρία εμφανίζουν σημαντική αύξηση των αναγκών εισαγωγών, γεγονός που εντείνει την εξάρτηση από τη διεθνή αγορά και αυξάνει την ευαισθησία σε διακυμάνσεις τιμών.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: