Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή πλήττει την ουκρανική γεωργία

04/05/2026
4' διάβασμα
o-polemos-sti-mesi-anatoli-plittei-tin-oukraniki-georgia-377938

Μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου με τη Ρωσία, οι Ουκρανοί αγρότες βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα νέο, απρόσμενο πλήγμα: Tην κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις της στις τιμές ενέργειας και αγροτικών εισροών.

Στο χωριό Μαλοπολόβετσκε, λιγότερο από 100 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Κιέβου, ο 70χρονος αγρότης Μικόλα Μαλιένκο καλλιεργεί τη φημισμένη «μαύρη γη» της κεντρικής Ουκρανίας. Φέτος, ωστόσο, αναγκάστηκε να μειώσει κατά 100 εκτάρια την καλλιέργεια καλαμποκιού. Ο λόγος είναι η εκτίναξη των τιμών των λιπασμάτων μετά τις εξελίξεις στο Ιράν.

Η μεγαλύτερη ανησυχία του δεν είναι άλλη από το πετρέλαιο, που θα χρειαστεί για τη συγκομιδή των 1.200 εκταρίων που καλλιεργεί. Από τα τέλη Φεβρουαρίου, οι τιμές των καυσίμων έχουν σχεδόν διπλασιαστεί, φτάνοντας τα 92 χρίβνια ανά λίτρο, εξαιτίας των διαταραχών στην παγκόσμια αγορά ενέργειας μετά τα πλήγματα ΗΠΑ–Ισραήλ στο Ιράν.

Παρά τον πόλεμο με τη Ρωσία, η Ουκρανία παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παραγωγούς σιτηρών και φυτικών ελαίων παγκοσμίως. Ωστόσο, οι εξαγωγές της έχουν περιοριστεί: από περίπου 190 χώρες πριν από το 2022, σήμερα εξάγει σε 150. Η γεωγραφία των εξαγωγών έχει επίσης αλλάξει, με μείωση προς Ασία, Ωκεανία και Μέση Ανατολή και αύξηση προς την Ευρώπη, ενώ η Ρωσία έχει κερδίσει μερίδιο αγοράς, ιδίως στο σιτάρι.

Η νέα διεθνής κρίση ενισχύει περαιτέρω τη Ρωσία. Ως μεγάλος παραγωγός πετρελαίου και φυσικού αερίου, επωφελείται από τις υψηλές τιμές ενέργειας, ενώ οι Ρώσοι αγρότες έχουν πρόσβαση σε φθηνά εγχώρια καύσιμα και λιπάσματα. Αντίθετα, η Ουκρανία εξαρτάται από εισαγωγές.

Ο Μαλιένκο εκτιμά ότι το κόστος παραγωγής του θα αυξηθεί κατά 10% έως 15%, ενώ σε περίπτωση παράτασης της κρίσης μπορεί να φτάσει ακόμη και το 60%. «Οι εξαγωγικές μας δυνατότητες θα μειωθούν σημαντικά», δηλώνει στον ανταποκριτή του Reuters στην Ουκρανία, Pavel Polityuk, προβλέποντας πτώση 15% έως 20% φέτος, με πιθανότητα να αγγίξει το 40% αν συνεχιστεί η κατάσταση.

Η γεωργία αποτελεί ζωτικό πυλώνα της ουκρανικής οικονομίας. Το 2024, οι αγροτικές εξαγωγές ξεπέρασαν τα 22 δισ. δολάρια, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το ήμισυ των συνολικών εξαγωγικών εσόδων της χώρας. Ωστόσο, οι ποσότητες –47 εκατ. τόνοι σιτηρών και ελαιούχων σπόρων– παραμένουν μειωμένες κατά ένα τέταρτο σε σχέση με την προπολεμική περίοδο.

Οι προκλήσεις για την ουκρανική γεωργία είναι η έλλειψη εργατικού δυναμικού λόγω του πολέμου, τα προβλήματα στις μεταφορές και την ενέργεια, αλλά και οι καταστροφές σε διυλιστήρια από ρωσικές επιθέσεις. Αυτό έχει καταστήσει τη χώρα εξαρτημένη από εισαγωγές καυσίμων από την Ευρώπη.

Το δίλημμα για τους αγρότες είναι να αγοράσουν καύσιμα τώρα, με υψηλές τιμές, ή να περιμένουν, ρισκάροντας ακόμη μεγαλύτερη αύξηση ή έλλειψη. «Δεν θέλω να μου πουν 150 χρίβνια το λίτρο στο πετρέλαιο, όταν το σιτάρι θα είναι έτοιμο για συγκομιδή και δεν θα έχω καύσιμα», λέει χαρακτηριστικά ο Μαλιένκο στο Reuters.

Οι υψηλές τιμές λιπασμάτων, λόγω έλλειψης φυσικού αερίου, επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση. Ο επικεφαλής της αγροτικής εταιρείας HarvEast, Ντμίτρο Σκορνιάκοφ, εκτιμά ότι το κόστος παραγωγής θα αυξηθεί κατά 20% έως 30%, ενώ η παραγωγή μπορεί να μειωθεί κατά 5% έως 10%.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να στηρίξει τον κλάδο μέσω διάθεσης φθηνότερων καυσίμων, ενώ εκτιμά ότι η φετινή παραγωγή θα παραμείνει σταθερή, περίπου στα 60 εκατ. τόνους, χάρη στις ευνοϊκότερες καιρικές συνθήκες.

Ωστόσο, ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα είναι η έλλειψη αποθηκευτικών δυνατοτήτων για καύσιμα. Οι συνεχείς επιθέσεις σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης αποτρέπουν τη δημιουργία αποθεμάτων, αφήνοντας τους αγρότες εκτεθειμένους στις διακυμάνσεις της αγοράς.

Όπως προειδοποιεί ο Μαλιένκο, η αδυναμία συγκομιδής λόγω έλλειψης καυσίμων θα μπορούσε να οδηγήσει σε «ολική κατάρρευση» του αγροτικού τομέα. Σε μια χώρα όπου η γεωργία αποτελεί βασικό στήριγμα της οικονομίας, οι εξελίξεις αυτές προκαλούν έντονη ανησυχία για το μέλλον.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: