«Παρίσι, Τέξας»,1984: Μια υπαρξιακή περιπλάνηση στην τεξανή ύπαιθρο που πέρασε στο «πάνθεον» της έβδομης τέχνης

Αγνοούμενος εδώ και τέσσερα χρόνια, ο αμνησιακός μεσήλικας Τράβις Χέντερσον (Χάρι Ντιν Στάντον) εντοπίζεται καταπονημένος μετά από μυστηριώδη περιπλάνηση στην έρημο του Τέξας. Μετά την άμεση παρέμβαση του αδελφού του, Γουόλτ (Ντιν Στόκγουελ), ο Τράβις καλείται να επανασυνδεθεί με την κοινωνία, τον εαυτό του, τη ζωή του και την οικογένειά του. Τελεί, όμως, ακόμα υπό καθεστώς σύγχυσης, κρατώντας τα χείλη του ερμητικά σφραγισμένα.

Το «Παρίσι, Τέξας» (πρωτότυπος τίτλος: «Paris, Texas», 1984) ορθώς θεωρείται από πολλούς ως η καλύτερη δουλειά του Βιμ Βέντερς. Σε αυτό το υπνωτιστικών ρυθμών υπαρξιακό road movie στην αμερικανική ενδοχώρα, ο πολυβραβευμένος στις Κάννες Γερμανός σκηνοθέτης παραδίδει ένα άψογο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, τόσο από άποψη εικονογράφησης όσο και στο κομμάτι της εξιστόρησης.

Ως προς το πρώτο σκέλος, σημείο αναφοράς του ξεκινήματος της ταινίας είναι η άγονη τεξανή ύπαιθρος, στην οποία εκτυλίσσεται η υπαρξιακή περιπλάνηση του πρωταγωνιστή, αλλά και ξεκινάει αυτή του φακού. Καθοδηγούμενη από αργές, μη παρεμβατικές και κατά κύριο λόγο στατικές λήψεις, η εναλλαγή των πλάνων και των φυσικών σκηνικών μοιάζει, αρχικά, με περιήγηση σε έκθεση νατουραλιστικής ζωγραφικής, στην οποία επιλέγεται κάθε φορά ένας καινούργιος πίνακας να διακοσμήσει το φόντο, περνώντας από τον καμβά στο φιλμ.

Στην περίπτωση του πρωταγωνιστή μας, το αχανές τοπίο λειτουργεί συντριπτικά και καταπλακώνει, επικοινωνώντας την απομόνωσή του.

Από το φυσικό στο τεχνητό του αμερικανικού Νότου

Το νοητό πέρασμα από αυτά τα άνυδρα, ηλιοκαμένα περιβάλλοντα, στις εσωτερικές λήψεις εντός αστικού ιστού, που κυριαρχούν στο δεύτερο μέρος της ταινίας, λαμβάνει χώρα μέσω της σταδιακής διείσδυσης έντονων νέον χρωμάτων στο άγριο τοπίο της υπαίθρου. Ο αραιοκατοικημένος αμερικανικός Νότος προσομοιάζει με σύγχρονη πόλη/πεδίο φάντασμα, πιστός στα αξιώματα του γουέστερν παρελθόντος του.

Στους κλειστούς χώρους, τα φθορίζοντα χρώματα σε συνδυασμό με τις έντονες, δυσοίωνες φωτοσκιάσεις επιτείνουν την αλλόκοσμη αισθητική του τεχνητού, ενισχύοντας τη μυστηριακή αύρα. Είναι λες και αυτή η διαφοροποίηση του φυσικού φωτισμού από τον τεχνητό αντικατοπτρίζει το πέρασμα του κεντρικού ήρωα σε διαφορετικές φάσεις (άσκοπη περιπλάνηση-αφασία-παθητικότητα // ανάληψη δράσης), από έναν κόσμο που όλα είναι στάσιμα σε έναν κόσμο που όλα μπορούν να αλλάξουν, με συνδετικό κρίκο το ταξίδι με το αυτοκίνητο.

Εάν, πάντως, υπάρχει ένα σήμα κατατεθέν της ταινίας που δεν γνωρίζει σύνορα μεταξύ indoors και ανοιχτού πεδίου, αυτό είναι οι μεγάλες χρωματικές αντιθέσεις, οι οποίες μάς δίνουν μια ιδέα για τη σχολαστική δουλειά που πρέπει να έγινε στην επεξεργασία του αρνητικού φιλμ. Με λίγα λόγια, τίποτα στη «μόστρα» αυτού του έργου δεν είναι τυχαίο: Χρώματα, φώτα και σκιές, όλα έχουν να πουν από μια δική τους μικρή ιστορία μέσα σε κάθε πλάνο.

Μυστηριακή αύρα

Φιλοξενούμενος, πλέον, στο σπίτι του αδερφού του στο Λος Άντζελες, ο Τράβις επανασυνδέεται με τον επτάχρονο γιο του, ο οποίος μέχρι τότε φιλοξενούνταν από τους θείους του. Ύστερα από τη σταδιακή σύσφιξη των μεταξύ τους σχέσεων, ο πατέρας καλεί το αγόρι να ξεκινήσουν ένα ταξίδι πίσω στο Τέξας, προκειμένου να εντοπίσουν την εδώ και χρόνια χαμένη νεαρή σύζυγό του –και μητέρα του παιδιού–, Τζέιν (Ναστάζια Κίνσκι).

Αμφότεροι μοιάζουν να καθοδηγούνται από την ακατανίκητη επιθυμία να ξανασμίξουν ως ολοκληρωμένη οικογένεια, αν και, στην πραγματικότητα, ο Τράβις, παρότι είναι εξαρχής αφιερωμένος σε αυτή την αναζήτηση, δεν περιλαμβάνει τον εαυτό του στο κάδρο μιας αποκατεστημένης φαμίλιας.

Όπως προείπαμε, ο παράγοντας του μυστηρίου είναι παρών από το ξεκίνημα του έργου, αφήνοντας να αιωρούνται ερωτήματα για τον κεντρικό χαρακτήρα, την κατάσταση και τα κίνητρά του. Την αρχική εικόνα αμνησιακής αφασίας, μουγγαμάρας και φαινομενικής αδυναμίας να ανταποκριθεί σε ερεθίσματα, που αφήνει ερωτηματικά ακόμα και για το ποσοστό της πνευματικής του διαύγειας, διαδέχεται η παθητική απροθυμία να συνεργαστεί με τους γύρω του.

Ο Τράβις δίνει τα πρώτα σημάδια γραφής ως ένας αποπροσανατολισμένος, «εσώκλειστος» χαρακτήρας, στον οποίο οι εκ πρώτης όψεως καταφανείς ελλείψεις/ασάφειες υπονοούν ένα βαθύτερο έλλειμμα/τέλμα (επικοινωνίας, ταυτότητας). Αυτό συνεχίζεται κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής στο σπίτι του αδελφού του, τοποθετώντας σε κεντρική θέση τα κενά μνήμης σχετικά με όσα μεσολάβησαν κατά την τετραετία της εξαφάνισής του (ο ίδιος αρνείται ή αδυνατεί να εξηγήσει την πολυετή απουσία του).

Το «βομβαρδισμένο» τοπίο μιας τοξικής αγάπης

Η ανάδυση και ανάκληση των τραυματικών γεγονότων ενδοοικογενειακής βίας που εκτροχίασαν τη ζωή του Τράβις, με εκείνον στον ρόλο του θύτη, συμπληρώνουν τα κομμάτια του παζλ της ρήξης με τα αγαπημένα του πρόσωπα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Στην απόληξή της, αυτή η σύγκρουση έχει οδηγήσει την Τζέιν στο αυτοταπεινωτικό «καταφύγιο» του αγοραίου έρωτα, τον Τράβις στην εσωστρέφεια και την υπαρξιακή δίνη της αυτοεξορίας (όπου το τραύμα δίνει πρόσκαιρα τη θέση του στη βολική «λευκή επιταγή» ενός διαγραμμένου παρελθόντος, πριν από την αναπόφευκτη αναμόχλευσή του) και το παιδί τους (η παράπλευρη απώλεια) στην προστατευτική αγκαλιά των θείων του.

Όλα τα παραπάνω δίνουν την πλήρη εικόνα του σαρωτικού αποτυπώματος που άφησε πίσω της η ωρολογιακή βόμβα μιας τοξικής αγάπης. Έτσι, που το σχεδόν μονίμως χαμένο βλέμμα του Τράβις αποκτά άλλη διάσταση.

Μέσα από τις στάχτες αυτού του Βατερλώ, ξεπετάγεται δειλά δειλά ένας «μετατραυματίας» ψυχισμός. Είναι ο πρωταγωνιστής μας και το road movie του, μια ιστορία αναζήτησης της γενέτειρας (το Παρίσι του… Τέξας) και του εαυτού (ταυτότητα), που στο δεύτερο μέρος μετατρέπεται σε Οδύσσεια εξιλέωσης: Ο Τράβις διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην αποκατάσταση της σχέσης της πρώην γυναίκας του με το παιδί τους (αυτής, δηλαδή, που ο ίδιος διέλυσε), χωρίς, όμως, να τρέφει αυταπάτες περί δικαιώματος του ίδιου να ενσωματωθεί στην εξίσωση της ευτυχίας τους. Και σε αυτήν τη φευγαλέα πορεία που διαγράφει, σαν αερικό ανάμεσα σε αφιλόξενα έρημα τοπία, κακόφημα στέκια και ζωές αγαπημένων, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο ταιριαστό από το μινιμαλιστικά στοιχειωτικό μπλουζ σάουντρακ του Ράι Κούντερ, υπό τον μοναχικό ήχο της slide κιθάρας.

Η ταινία κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα, το βραβείο FIPRESCI και το βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής στο 37ο Φεστιβάλ των Καννών.