Προϋποθέσεις βελτίωσης βιωσιμότητας της ελληνικής προβατοτροφίας

Ο πρωτογενής τομέας, και ιδιαίτερα η ζωική παραγωγή, συμμετέχει ενεργά στην αγροοικονομία, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και παραγωγή νέων προϊόντων και ειδικών στελεχών. Η μεγάλη πρόκληση για την παγκόσμια βιο-οικονομία είναι η αριστοποίηση της αποτελεσματικότητας των εφαρμοζόμενων παραγωγικών συστημάτων, τα οποία πρέπει να είναι τεχνικώς εφικτά, οικονομικώς βιώσιμα και περιβαλλοντικώς φιλικά, κάνοντας την καλύτερη δυνατή χρήση των φυσικών πόρων, καθώς και συμβατά με τις προκλήσεις και τις απαιτήσεις της σημερινής κοινωνίας, όπως, για παράδειγμα, η καλή μεταχείριση των εκτρεφόμενων ζώων (welfare). Επιπλέον, η ζωική παραγωγή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη βιωσιμότητα των κοινωνικο-οικονομικών δομών της υπαίθρου.

του Γεώργιου Ζέρβα, ομότιμου καθηγητή Διατροφής Zώων, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η ζωική παραγωγή στη χώρα μας

Στον τομέα της ζωικής παραγωγής, η αιγοπροβατοτροφία αποτελεί τον σημαντικότερο κλάδο στη χώρα μας από κοινωνικο-οικονομικής πλευράς, δεδομένου ότι παρουσιάζει αυτάρκεια σε γάλα και κρέας μεγαλύτερη από 90%, εξασφαλίζοντας απασχόληση σε δεκάδες χιλιάδες οικογένειες και πρώτη ύλη στη μεταποίηση (τυροκομεία, βιομηχανίες κ.ά.).

Σημαντική, όμως, είναι η συμβολή της και στο περιβάλλον, αφού με τη βόσκηση ελέγχεται η θαμνώδης και η ξυλώδης βλάστηση των ορεινών βοσκότοπων, διατηρείται η βιοποικιλότητα και αποτρέπεται η υποβάθμιση και η ερήμωση της υπαίθρου. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κλάδου είναι ότι η χώρα μας κατέχει την πρώτη θέση στην παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς ιδιαίτερο ανταγωνισμό, με κύριο εξαγώγιμο προϊόν την εμβληματική φέτα, οι εξαγωγές της οποίας παρουσιάζουν συνεχή αύξηση. Να σημειωθεί, όμως, ότι η αύξηση αυτή αποδίδεται και στη συγκριτικά χαμηλή τιμή διάθεσής της, σε σχέση με τα υπόλοιπα τυριά, στην ευρωπαϊκή αγορά τροφίμων, την οποία έχει επηρεάσει αρνητικά η οικονομική κρίση, αφού καταγράφεται μείωση της κατανάλωσης των γαλακτοκομικών ~ 20%.

Τα εφαρμοζόμενα παραγωγικά συστήματα της αιγοπροβατοτροφίας στη χώρα μας παρουσιάζουν μεγάλη παραλλακτικότητα (εκτατικά, ημιεντατικά, εντατικά) ως προς την παραγωγικότητα, τη διαχείριση και τη βιωσιμότητα.

Τα τελευταία χρόνια, ο κλάδος αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα, αρχικά με τις χαμηλές τιμές διάθεσης του γάλακτος και κρέατος και, στη συνέχεια, με τις υψηλές τιμές των ζωοτροφών, των εφοδίων και της ενέργειας. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η συρρίκνωση του κλάδου με οριστικό κλείσιμο μονάδων, ιδιαίτερα προβατοτροφικών. Στο σημείο αυτό, υπάρχουν δύο σημαντικές διαπιστώσεις: η μία είναι ότι αυτές που διέκοψαν τη λειτουργία τους ήταν κυρίως οι μικρού σχετικά μεγέθους και εκτατικές και η άλλη ότι, παρά τη μείωση του πληθυσμού των εκτρεφόμενων ζώων (γιατί και μέρος των ημιεντατικών μονάδων μείωσε τον αριθμό των ζώων τους), η παραγόμενη ποσότητα γάλακτος δεν παρουσίασε μείωση (παρουσίασε αύξηση ~ 2%).

Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι οι εντατικές, επιχειρηματικής μορφής μονάδες, έδειξαν μεγαλύτερη αντοχή στις κρίσιμες περιόδους και μεγαλύτερη και ταχύτερη προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς.

Οι μονάδες αυτές ναι μεν απολαμβάνουν υψηλότερες τιμές γάλακτος από τις βιομηχανίες και τα μεγάλα τυροκομεία, για ευνόητους λόγους, αλλά δεν παραβίασαν ούτε στο ελάχιστο τους κανόνες ορθής διαχείρισης κατά τη διάρκεια των κρίσεων. Δηλαδή, συνέχισαν τη σωστή διατροφή των ζώων τους και ανταποκρίθηκαν άμεσα και αποτελεσματικά στην αυξημένη ζήτηση του γάλακτος από τη μεταποίηση. Γι’ αυτό δεν υπήρξε μείωση στις συνολικές παραδόσεις γάλακτος σε επίπεδο χώρας.

Γιατί, όμως, οι μονάδες αυτές παρουσιάζουν υψηλότερη οικονομική βιωσιμότητα σε σχέση με τις υπόλοιπες; Τι πρέπει να κάνουν αυτές οι υπόλοιπες για να βελτιώσουν τη βιωσιμότητά τους και, κατά συνέπεια, την αντοχή τους στις εκάστοτε εμφανιζόμενες κρίσεις; Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί, προς αποφυγή παρανοήσεων, ότι η χώρα χρειάζεται πάρα πολύ τις εκτατικού και ημιεντατικού παραγωγικού συστήματος μονάδες για λόγους διατήρησης του περιβάλλοντος (ημιορεινοί και ορεινοί βοσκότοποι – αξιοποίηση φυσικής βλάστησης – βιοποικιλότητα) και του κοινωνικο-οικονομικού ιστού της υπαίθρου (λειτουργία μικρών τυροκομείων, παραγωγή τοπικών προϊόντων, διαφύλαξη παραδόσεων κ.ά.).

Προτάσεις για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας

Με δεδομένο ότι πρωταρχικός στόχος κάθε επιχείρησης είναι η οικονομική της βιωσιμότητα, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων, η κάθε κτηνοτροφική μονάδα πρέπει να στοχεύει:

α) στην αύξηση της παραγωγικότητας και

β) στην, κατά το δυνατόν, συμπίεση του κόστους παραγωγής.

Αύξηση παραγωγικότητας μπορεί να επιτευχθεί αρχικά με τη γενετική βελτίωση και τη συνεχή επιλογή των πλέον παραγωγικών ζώων της μονάδας. Το τελευταίο εφαρμόζεται στις συστηματικές εκτροφές με την εγκατάσταση γαλακτομετρητών στο αμελκτικό συγκρότημα, το οποίο καταγράφει σε καθημερινή βάση τη γαλακτοπαραγωγή κάθε ζώου.

Έτσι, ο παραγωγός έχει στη διάθεσή του όλα τα στοιχεία για να κάνει την επιλογή των ζώων. Με βάση τα στοιχεία αυτά, αφενός απομακρύνει τα λιγότερο παραγωγικά, οπότε ανεβάζει σταδιακά τη μέση ετήσια γαλακτοπαραγωγή της μονάδας του, αφετέρου επιλέγει τον καταλληλότερο χρόνο σύζευξης για κάθε ζώο. Για την εγκατάσταση του συστήματος αυτού, υπάρχουν σχετικά επιδοτούμενα προγράμματα από το ΥΠΑΑΤ. Από την εφαρμογή του συστήματος αυτού εξοικονομούνται σημαντικά ποσά (από διατροφή, γαλακτοπαραγωγή, αναπαραγωγή κ.λπ.) που κάνουν σύντομα απόσβεση της παραπάνω επένδυσης.

Συμπίεση του κόστους παραγωγής μπορεί να γίνει με μείωση των απωλειών (με καλή εφαρμογή κανόνων προληπτικής υγιεινής) και, κυρίως, με βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διατροφής, η οποία αντιπροσωπεύει και το μεγαλύτερο ποσοστό (60%-70%) του συνολικού κόστους παραγωγής. Η βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διατροφής επιτυγχάνεται με τη χορήγηση του κατάλληλου (ισόρροπου) σιτηρεσίου και την εφαρμογή διατροφής ακριβείας.

Μόνο έτσι διασφαλίζεται η άριστη υγεία στα ζώα και επιτυγχάνεται η μέγιστη παραγωγικότητα και η καλύτερη δυνατή χημική σύσταση του γάλακτος, με το ελάχιστο δυνατό κόστος. Για να επιτευχθούν αυτά, όμως, ο παραγωγός πρέπει να συμβουλεύεται τους ειδικούς επιστήμονες.

Αυτά είναι τα πλέον βασικά που εφαρμόζουν, κατά κύριο λόγο, πέραν των καλύτερων συνθηκών διατήρησης και διαχείρισης, οι συστηματικές μονάδες και καθιστούν τις επιχειρήσεις τους βιώσιμες. Υπάρχουν, όμως, και άλλες ενέργειες που μπορούν να μειώσουν τις δαπάνες των μονάδων, όπως είναι η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στα προβατοστάσια (επίσης επιδοτούνται από το ΥΠΑΑΤ) για παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος (για την αμελκτική μηχανή, τις παγολεκάνες κ.ά.) και η ιδιοπαραγωγή πρωτεϊνούχων ζωοτροφών, με σημαντικά οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη, όπου αυτή μπορεί να εφαρμοστεί.

Για τις συνθήκες παραγωγής τέτοιων ζωοτροφών (μη γενετικά τροποποιημένης σόγιας, σπερμάτων κτην. κουκιών, γλυκού λούπινου, σανού από συγκαλλιέργεια βίκου-βρώμης κ.ά.) και την οικονομική τους απόδοση έχουν δημοσιευθεί άρθρα από πειραματικές δοκιμές που υλοποιήθηκαν με τη συνεργασία της ΔΕΛΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ, του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΓΠΑ) και του Ινστιτούτου Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής Γιαννιτσών (ΙΕΖΠΓ) του ΕΛΓΟ-Δήμητρα στα αγροκτήματα του ΓΠΑ και του ΙΕΖΠΓ.

Στην παρούσα χρονική περίοδο φαίνεται να υπάρχει κάποια «ισορροπία», όσον αφορά το κόστος των ζωοτροφών και την τιμή του γάλακτος, η οποία πρέπει να διαφυλαχθεί από κάθε πλευρά, γιατί θεωρείται πολύ εύθραυστη, αφού μπορεί να επηρεαστεί ανά πάσα στιγμή από προβλέψιμους και μη παράγοντες.

Εδώ επιβάλλεται και η συμβολή των αρμόδιων φορέων της πολιτείας για να μην υπάρξουν παράνομες ενέργειες (ελληνοποιήσεις, χρήση συμπυκνώματος γάλακτος για παρασκευή φέτας, εξαγωγή νοθευμένης φέτας κ.ά.) που θα δημιουργήσουν προβλήματα βιωσιμότητας (σε τελική ανάλυση) των αιγοπροβατοτροφικών μας μονάδων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον κλάδο και την εθνική μας οικονομία.

Επίσης, στήριξη της πολιτείας με εκπαίδευση νέων κυρίως κτηνοτρόφων, ελέγχους ισοζυγίων γάλακτος, επίλυση του θέματος των βοσκότοπων και της Διεπαγγελματικής Φέτας κ.ά. θα βοηθούσε σημαντικά τον κλάδο.