Τα δέντρα κερδίζουν έδαφος από τις αροτραίες (βίντεο)

Είναι χρονιές που πάνε όλα πρίμα. Ανεβαίνεις σε ένα «άρμα» ανάπτυξης και πας, επαναλαμβάνοντας τα ίδια κάθε χρόνο. Υπάρχουν όμως κι εκείνες οι δύσκολες χρονιές, που οδηγούν στην κρίσιμη αυτή περίοδο -μία στα δέκα χρόνια- κατά την οποία πρέπει να λάβεις σημαντικές αποφάσεις.
Για τον αγρότη επαγγελματία η καλύτερη διετία της τελευταίας δεκαετίας ήταν το 2020 και το 2021, με την επέλαση της πανδημίας. Ακολούθησαν όμως τρία χρόνια με αρνητικό πρόσημο. Το 2022 η εκτόξευση του κόστους παραγωγής σήμανε το τέλος της ευφορίας. Και τα χρόνια που ακολούθησαν, ο αγροτικός τομέας δεν ισορρόπησε από πλευράς κόστους και τιμών προϊόντων. Μόνη εξαίρεση το ελαιόλαδο και η επιτραπέζια ελιά.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που σε ένα οδοιπορικό μας στη Βόρεια Ελλάδα -μέσα στον Φλεβάρη- και συγκεκριμένα στις Σέρρες και στη Δράμα, είδαμε τις ελιές να φυτεύονται μέχρι και κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, ενώ ελαιοτριβείο υπάρχει ακόμα και στο βορειότερο χωριό των Σερρών, το Νέο Πετρίτσι. Επίσης, στους πρόποδες του Παγγαίου, στα νότια του νομού Σερρών φυτεύονται ροδιές και συκιές, ενώ στα ημιορεινά της Δράμας γίνεται προσπάθεια αναβίωσης της καλλιέργειας της φουντουκιάς.
Η τάση για στροφή από τις αροτραίες καλλιέργειες (σιτάρι, βαμβάκι, ηλίανθο και λιγότερο καλαμπόκι) προς τις δενδρώδεις καλλιέργειες (κυρίως ελιές, αλλά και καρπούς με κέλυφος και κατά τόπους ακτινίδια) δεν είναι κάτι καινούριο. Είναι κάτι που συμβαίνει σταδιακά τα τελευταία 10-15 χρόνια. Φέτος όμως είναι εκείνη η δύσκολη χρονιά, που πρέπει ο επαγγελματίας αγρότης να πάρει την απόφαση: Θα μείνει με την ετήσια καλλιέργεια που δεν του αποφέρει πλέον το απαραίτητο εισόδημα (συν τις όποιες επιδοτήσεις), για να ζήσει; Ή θα επενδύσει σε μία μόνιμη δενδρώδη καλλιέργεια, που θα του αποφέρει τα προς το ζην;
Οι συζητήσεις με τους γεωπόνους και τους αγρότες των Σερρών και της Δράμας έδειξαν ότι όσοι επαγγελματίες έχουν κεφάλαιο και γη επενδύουν στη δενδροκομία. Απλά το τι θα επιλέξουν εξαρτάται από το είδος του χωραφιού που διαθέτουν – αν είναι ποτιστικό ή όχι, αν είναι γόνιμο ή όχι κ.λπ. Με αφορμή το τι συμβαίνει στη Βόρεια Ελλάδα, η «ΥΧ» έκανε μία εκτενή έρευνα μέσω του δικτύου των ανταποκριτών της, προκειμένου να αποτυπώσει τις τάσεις και στις άλλες περιοχές. Είναι γεγονός ότι παντού επικρατεί ο ίδιος προβληματισμός και η τάση προς τη δενδροκομία, με μία διαφοροποίηση όσον αφορά π.χ. τις ελιές ή τα θερμοκήπια, ανάλογα με την περιοχή.
Τα προβλήματα
Στο ζύγισμα της απόφασης υπάρχουν πολλά ζητήματα που πρέπει να ληφθούν υπόψη από τον επαγγελματία αγρότη, όταν έρθει η ώρα της αλλαγής από τις αροτραίες στις δενδρώδεις καλλιέργειες. Τα πιο σημαντικά είναι ο μηχανολογικός εξοπλισμός (τρακτέρ, φρέζα, συγκομιδή), η έλλειψη εργατικών χεριών, η αποθήκευση και η συντήρηση, καθώς και η μεταποίηση, που είναι συνδεδεμένη με την δίοδο προς την αγορά. Επιστέγασμα, όμως, όλων των προβλημάτων είναι η έλλειψη εθνικής στρατηγικής για την ελληνική γεωργία, η οποία ναι μεν αλλάζει, όπως αποτυπώνεται στο ρεπορτάζ της «ΥΧ», αλλά η στροφή αυτή γίνεται χωρίς σχέδιο, χωρίς κατεύθυνση.
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Αλλάζει ο «χάρτης» υπέρ των ακτινιδίων
Σημαντικές αλλαγές καταγράφονται στον «χάρτη» των δενδρωδών καλλιεργειών στη Βόρεια Ελλάδα, με το ακτινίδιο να κερδίζει συνεχώς έδαφος και τις ροδακινιές, κυρίως ποικιλίες συμπύρηνων ροδάκινων, να εκριζώνονται ιδιαίτερα σε Κεντρική και Δυτική Μακεδονία.
Η στροφή των παραγωγών σε άλλες δενδροκαλλιέργειες, όπως είναι το ακτινίδιο, τα βερίκοκα, οι λωτοί, ακόμα και οι ελιές αποδίδεται στις χαμηλές τιμές παραγωγού και στο αυξημένο κόστος παραγωγής του ροδάκινου. Δεν είναι λίγοι και οι παραγωγοί βαμβακιού και σιτηρών, που σκέφτονται να στραφούν σε δενδρώδεις καλλιέργειες, κάτι όμως που πρέπει να γίνει όπως λένε οι αρμόδιοι με σχεδιασμό και έρευνα σε ό,τι αφορά στις εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες και την καταναλωτική ζήτηση.
Εκπρόσωποι των παραγωγών αναφέρουν ότι η καλλιέργεια του συμπύρηνου ροδάκινου «βάζει μέσα οικονομικά» τους αγρότες, καθώς οι τιμές παραγωγού κυμαίνονται κατά μέσο όρο στα 30 με 32 λεπτά το κιλό, την ώρα που το κόστος καλλιέργειας αυξάνεται διαρκώς. Αντίθετα, το ακτινίδιο εμφανίζει σαφώς καλύτερες προοπτικές, με τιμές κοντά στο 1 με 1,10 ευρώ το κιλό.
Ο μελλοντικός κίνδυνος
Το ελληνικό ακτινίδιο διατηρεί έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό, με άνοιγμα νέων αγορών, ωστόσο οι ειδικοί επισημαίνουν την ανάγκη στρατηγικού σχεδιασμού, ώστε η σημερινή δυναμική να μην εξελιχθεί σε μελλοντικό κίνδυνο για το εισόδημα των αγροτών λόγω της υπερπαραγωγής.
Η καλλιέργεια της ακτινιδιάς καλύπτει σήμερα περίπου 160.000 στρέμματα σε Μακεδονία, Θράκη, Ήπειρο (Άρτα) και Αιτωλοακαρνανία, με μέση ετήσια παραγωγή περίπου τους 300.000 τόνους, η οποία δυνητικά μπορεί να φτάσει τους 400.000 τόνους. Την ανοδική πορεία των ακτινιδίων ενισχύει η μέση απόδοση της καλλιέργειας, η οποία ανέρχεται σε περίπου 2,5 τόνους ανά στρέμμα, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του προϊόντος. Το μεγαλύτερο μερίδιο της ελληνικής παραγωγής (περίπου το 95%) αφορά στο πράσινο ακτινίδιο (ποικιλία Hayward), γεγονός που δημιουργεί ανησυχίες για μονοκαλλιέργεια, την ώρα που διεθνώς αυξάνεται η ζήτηση για τις κιτρινόσαρκες ποικιλίες. Παράλληλα, έντονο προβληματισμό και ανησυχία προκαλεί η περιορισμένη δυναμικότητα ψυκτικών θαλάμων, που όπως φαίνεται δεν επαρκούν για το σύνολο της ολοένα και αυξανόμενης παραγωγής.
«Κανείς σήμερα δεν γνωρίζει ακριβώς πόσα στρέμματα ακτινιδίων έχουν φυτευτεί. Έχουμε ζητήσει από το ΥΠΑΑΤ να γίνει χαρτογράφηση των στρεμμάτων με βάση τα στοιχεία που δηλώθηκαν στο ΟΣΔΕ το 2025. Ζήτημα υπάρχει και με τη φύλαξη του προϊόντος, καθώς δεν επαρκούν οι ψυκτικοί χώροι αποθήκευσης, που με τα σημερινά δεδομένα μπορούν να υποδεχτούν κατ’ εκτίμηση 250.000 τόνους ακτινιδίων. Είναι απαραίτητο να υπάρξει σχεδιασμός από την Πολιτεία, για να αποφευχθούν στο μέλλον προβλήματα τόσο με την υπερπαραγωγή όσο και με τις τιμές και την αποθήκευση του προϊόντος», δήλωσε στην «ΥΧ» ο πρόεδρος της Κοινοπραξίας Συνεταιρισμών Ομάδων Παραγωγών Ημαθίας και αντιπρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΘΕΑΣ), Χρήστος Γιαννακάκης.
ΘΕΣΣΑΛΙΑ
Ποιες δενδροκομικές καλλιέργειες προτιμώνται
Ο θεσσαλικός κάμπος είναι μία περιοχή, που εδώ και πολλά χρόνια πειραματίζεται με εναλλακτικές στα σιτηρά και το βαμβάκι και ήδη υπάρχει η σχετική εμπειρία για το ποια είδη και δέντρα μπορούν να ευδοκιμήσουν και να είναι προσοδοφόρα. Σύμφωνα με τον καθηγητή Δενδροκομίας και πρόεδρο του Τμήματος Γεωπονίας Αγροτεχνολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Αλέξανδρο Παπαχατζή, οι καλλιέργειες που φαίνεται να κερδίζουν έδαφος στη Θεσσαλία είναι:
Ακτινίδιο: Ιδιαίτερη αύξηση παρατηρείται στο Δέλτα Πηνειού παραδοσιακά, αλλά και στην επαρχία Τυρνάβου λόγω της καλής εμπορικής τιμής και του γεγονότος ότι είναι ένα διαρκώς αναπτυσσόμενο εξαγώγιμο προϊόν. Επειδή δεν θέλει χαμηλές θερμοκρασίες άρχισαν να μπαίνουν και κάποια δέντρα στα παράλια της Αγιάς. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να γνωρίζουν ότι έχει υψηλό κόστος εγκατάστασης.
Αμπέλι: Τα γνωστά κρασοστάφυλλα στην επαρχία Τυρνάβου παραμένουν περιζήτητα, ενώ οι τιμές που δίνουν ιδιώτες και συνεταιρισμοί για το Μοσχάτο και τον Ροδίτη είναι ικανοποιητικές.
Κάστανα: Φυτεύονται σταθερά νέοι καστανεώνες, παρά τον προβληματισμό από τις ασθένειες, που ταλαιπωρούν το κάστανο συστηματικά τα τελευταία χρόνια, όπως η φαιά σήψη και η σφήκα της καστανιάς, όπως επίσης και η μελάνωση μετά τον Daniel. Ωστόσο, έχουν δοθεί σαφείς οδηγίες στους παραγωγούς για συγκεκριμένες καλλιεργητικές πρακτικές για την αντιμετώπιση των ασθενειών αυτών.
Κελυφωτό φιστίκι: Είναι το δέντρο της κλιματικής αλλαγής, γιατί θέλει ελάχιστο νερό. Επιβιώνει και παράγει, ακόμη και μόνο με τις βροχοπτώσεις. Επίσης, τα φιστίκια έχουν μεγάλη εμπορική ζήτηση, ειδικά μετά την καθιέρωση της «σοκολάτας Dubai».
Αμύγδαλο: Μετά τις συστηματικές ζημιές από τον παγετό ιδιαίτερα στην περιοχή του Συκουρίου, αρκετοί παραγωγοί στρέφονται σε αυτογόνιμες ποικιλίες και οψιμανθείς, για να αντιμετωπίσουν την κλιματική κρίση. Αρκετοί επενδύουν και σε αντιπαγετικά συστήματα με υγραέριο, για να αντιμετωπίσουν τις χαμηλές θερμοκρασίες. Εις βάρος της Φυρανιάς και της Texas κερδίζει έδαφος η ισπανική ποικιλία Penta.
Φουντούκι: Είναι μία καλλιέργεια που αρχίζει να φυτεύεται κοντά σε θάλασσες και λίμνες. Συστήνεται να φυτεύονται πάνω σε δέντρα, για να αποφεύγονται οι παραφυάδες στους θάμνους.
Πεκάν: Ένας παραγωγός που το καλλιεργεί στον κάμπο εμφανίζει πολύ καλές αποδόσεις και κάποιοι αρχίζουν να το σκέφτονται σοβαρά ως εναλλακτική καλλιέργεια.
Βερίκοκο: Και δω οι παραγωγοί επενδύουν σε νέες ποικιλίες όπως την ισπανική Murciana, αφήνοντας στην άκρη την ελληνική Μπεμπέκου.
Αχλάδι: Οι νέες ποικιλίες προτιμώνται και εδώ. Υπάρχει ενδιαφέρον για το επιτραπέζιο, κυρίως από την ιταλική αγορά.
Καρύδι: Έχει καθιερωθεί ως μία ελπιδοφόρα καλλιέργεια, την οποία συναντά κάποιος όχι μόνο στα ορεινά (1200 μ.), αλλά και στον κάμπο, με πλαγιόκαρπες ποικιλίες. Η καλλιέργεια απαιτεί αρκετό νερό (όσο και το βαμβάκι, 450 κυβικά) με την ποικιλία Καλιφόρνια να μονοπωλεί το ενδιαφέρον.
ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ
Στροφή των παραγωγών στα ακρόδρυα
Η ελαιοκαλλιέργεια αποτελεί διαχρονικά την κορωνίδα των καλλιεργειών στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, συνιστώντας βασικό πυλώνα της τοπικής αγροτικής οικονομίας. Ανάμεσα στις ποικιλίες που καλλιεργούνται, η Καλαμών παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια σταθερή δυναμική ανάπτυξης, ιδίως σε ποτιστικά εδάφη, όπου αποδίδει ποιοτικά και ποσοτικά αποτελέσματα, που ικανοποιούν τους παραγωγούς. Η αυξανόμενη ζήτηση τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή αγορά ενισχύει περαιτέρω τη θέση της συγκεκριμένης ποικιλίας.
Αντιθέτως, οι εκτάσεις που καταλαμβάνουν άλλα καρποφόρα δέντρα κυρίως γιγαρτόκαρπα και πυρηνόκαρπα παραμένουν περιορισμένες. Πριν από μερικά χρόνια είχε καταγραφεί αξιοσημείωτη ανάπτυξη στην καλλιέργεια της ροδιάς, ωστόσο οι έντονοι παγετοί που σημειώθηκαν στη συνέχεια οδήγησαν μεγάλο ποσοστό παραγωγών σε εγκατάλειψη της δραστηριότητας, εξαιτίας των σημαντικών ζημιών, που υπέστησαν οι φυτείες.
Πέραν της ελιάς, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αυξανόμενη στροφή των παραγωγών προς τις καλλιέργειες ακρόδρυων. Ο ερευνητής του ΕΛΓΟ-Δήμητρα, Γιάννης Μάνθος, με έδρα τις Βαρδάτες Φθιώτιδας, είπε στην «ΥΧ» ότι σημαντικό μέρος του παραγωγικού δυναμικού της περιοχής στρέφεται πλέον στο φιστίκι, την καρυδιά και την αμυγδαλιά και συμπλήρωσε: «Οι καλλιέργειες αυτές εμφανίζουν συγκριτικά πλεονεκτήματα, τόσο ως προς την προσαρμοστικότητά τους στις εδαφοκλιματικές συνθήκες της περιοχής όσο και ως προς τις οικονομικές αποδόσεις».
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην καλλιέργεια του φιστικιού, όπου δραστηριοποιούνται δύο συνεταιριστικά σχήματα, στοιχείο που ενισχύει την οργανωμένη εμπορία και διακίνηση του προϊόντος. Οι τιμές παραγωγού τα τελευταία χρόνια κινούνται σε ικανοποιητικά επίπεδα, γεγονός που λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο για την περαιτέρω επέκταση της καλλιέργειας.
Όσον αφορά την καρυδιά, καταγράφηκε σημαντική άνοδος τα προηγούμενα έτη, με αυξημένες νέες φυτεύσεις. Ωστόσο, η πρόσφατη πτώση των τιμών στην αγορά έχει οδηγήσει σε σχετική στασιμότητα, περιορίζοντας τον ρυθμό περαιτέρω επέκτασης. Παρά ταύτα, το ενδιαφέρον των παραγωγών παραμένει ενεργό, ιδίως σε περιοχές με κατάλληλες εδαφικές και υδατικές προϋποθέσεις.
Ιδιαίτερη δυναμική παρουσιάζει και η αμυγδαλοκαλλιέργεια, όπου κυριαρχούν πλέον αυτογόνιμες ποικιλίες. Όπως επισημαίνει στην «ΥΧ» ο Θύμιος Κασούμης, πρόεδρος του Συνεταιρισμού Αμυγδαλοπαραγωγών Λαμίας, η πορεία του προϊόντος στην περιοχή χαρακτηρίζεται μέχρι στιγμής θετική, με σταθερό ενδιαφέρον από την αγορά και προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης.
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ
Η καρυδιά Τσάντλερ επεκτείνεται στην ορεινή Κορινθία
Η Πελοπόννησος δεν είχε ποτέ μεγάλες εκτάσεις με αροτραίες καλλιέργειες. Όπου υπάρχουν, όμως, αγροτικές εκμεταλλεύσεις με κηπευτικά, έχουν «πληρώσει» την αδυναμία εύρεσης εργατικών χεριών αλλά και την έλλειψη νερού. Η εγκατάλειψη καταγράφεται στην ημιορεινή και ορεινή Κορινθία, όπου η αλλαγή καλλιέργειας πήρε διαστάσεις απρόβλεπτες. Όπως δήλωσε στην «ΥΧ» ο παραγωγός, Δημήτρης Καρούσιας, «τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μεγάλη αλλαγή και φυτεύονται σε εκατοντάδες στρέμματα καρυδιές Τσάντλερ, που είναι μια καλή ποικιλία για την αγορά. Τα οικονομικά αποτελέσματα είναι καλά και ήδη σε ποιοτικά χαρακτηριστικά υπερέχουν σε σχέση με τις παλιές καρυδιές. Οι λόγοι της στροφής είναι ότι δεν υπάρχουν εργατικά χέρια και η έλλειψη νερού». Από την Αργολίδα, η Λιάνα Οικονόμου μάς εξήγησε ότι όσο υπάρχει το πρόβλημα με το νερό όλα είναι στάσιμα. Όπου υπάρχει καλό νερό γίνονται δενδροφυτεύσεις με προσοχή και μέτρο. Φυσικά, όπως εξήγησε, υπάρχει και το πρόβλημα με τα εργατικά χέρια. Οι απαιτήσεις στα μεροκάματα είναι πολύ μεγάλες και σίγουρα δεν μπορούν να ικανοποιηθούν από τους παραγωγούς της περιοχής.









