Ο ευρωπαϊκός χάρτης βιολογικών

Σταθερότητα στις εκτάσεις, σε τροχιά ανάπτυξης το εμπόριο
26/02/2026
10'+ διάβασμα
o-evropaikos-chartis-viologikon-373793
Green plant growing in good soil. Banner with copy space. Agriculture, organic gardening, planting or ecology concept. Young sprouts, seedlings growing. New life concept

Εστιάζοντας στην ευρωπαϊκή ήπειρο, το 2024, ο τομέας εισήλθε σε φάση σταθεροποίησης, επισημαίνουν οι συγγραφείς της έκθεσης, βλέποντας ανάκαμψη στο λιανεμπόριο σε πολλές αγορές, ενώ οι βιολογικές αγροτικές εκτάσεις παρέμειναν σε ιστορικά υψηλό επίπεδο, παρότι ο συνολικός ρυθμός ανάπτυξης επιβραδύνθηκε.

Πιο συγκεκριμένα οι βιολογικές εκτάσεις, παρά την μακροπρόθεσμη σημαντική αύξηση, σε επίπεδο Ευρώπης συνολικά μειώθηκαν το 2024 (κατά 0,5%), ενώ στην ΕΕ η καθαρή αύξηση παρέμεινε περιορισμένη (μόλις 0,7%). Άλλα κράτη έδειξαν στασιμότητα ή μείωση, ωστόσο υπήρξαν και κράτη όπου οι βιολογικές εκτάσεις συνέχισαν να επεκτείνονται. Πιο έντονες μειώσεις καταγράφηκαν εκτός ΕΕ -κυρίως σε Ουκρανία και Τουρκία- αντανακλώντας περισσότερο «έκτακτα εξωτερικά σοκ, όπως ο πόλεμος και οι σεισμοί, και όχι τάσεις που καθοδηγούνται από την αγορά» διευκρινίζεται. Ταυτόχρονα, σε ότι αφορά την αγορά, ο τομέας φαίνεται πως έχει ξαναμπεί σε τροχιά ανάπτυξης, καθώς παρουσιάζει βελτιωμένη εικόνα με αυξημένους όγκους, σε σύγκριση με τις συρρικνωμένες πωλήσεις του 2022, αλλά και τις επιδόσεις του 2023, οι οποίες αποδόθηκαν στις υψηλότερες τιμές.

Βιολογικές εκτάσεις και ανάπτυξη του τομέα

Η βιολογική αγροτική γη στην Ευρώπη -και την ΕΕ- παρέμεινε εκτεταμένη το 2024, επιβεβαιώνοντας την ηγετική θέση τους παγκοσμίως στον τομέα της βιολογικής γεωργίας. Σε απόλυτους αριθμούς, οι μεγαλύτερες αυξήσεις βιολογικών εκτάσεων καταγράφηκαν στη Ρουμανία, την Ιταλία και την Πολωνία, ενώ η ισχυρότερη σχετική αύξηση σημειώθηκε στις Βουλγαρία, Ιρλανδία και Μάλτα.

Από τα 19,6 εκατ. εκτάρια που καλλιεργούνταν βιολογικά στην Ευρώπη το 2024, τα 18,1 εκατ. βρίσκονταν στην ΕΕ. Η Ευρώπη αντιπροσώπευε το 20% της παγκόσμιας βιολογικής γεωργικής γης. Οι χώρες με τις μεγαλύτερες εκτάσεις ήταν με φθίνουσα σειρά οι Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία και Γερμανία. Τετράδα, η οποία αντιπροσώπευε περισσότερο από το ήμισυ των βιολογικών εκτάσεων της Ευρώπης και σχεδόν το 60% της ΕΕ.

Το ποσοστό της βιολογικής γεωργίας επί της συνολικής γεωργικής γης ανήλθε σε 3,9% στην Ευρώπη και 11,1% στην ΕΕ το 2024. Σε 16 ευρωπαϊκές χώρες (συμπεριλαμβανομένων 13 κρατών-μελών της ΕΕ), η βιολογική γεωργία κάλυπτε 10% ή περισσότερο της συνολικής αγροτικής γης, με τα υψηλότερα ποσοστά να εντοπίζονται στις Λιχτενστάιν (43,5%), Αυστρία (27,2%) και Εσθονία (22,5%). «Παρά την πρόοδο αυτή, η επίτευξη του στόχου της ΕΕ για 25% βιολογική γεωργική γη έως το 2030 θα απαιτήσει σημαντικά ταχύτερο ρυθμό μετατροπών και διαρκή πολιτική στήριξη», επισημαίνουν οι αναλυτές.

Οι εξελίξεις σε ότι αφορά τις εκτάσεις θα πρέπει να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα των ετών που απαιτούνται για τη μετάβαση (συνήθως τριετία), αντικατοπτρίζοντας τις συνθήκες που επικρατούσαν προ του 2022, ενώ οι όποιες επιπτώσεις μπορεί να έχει η ανάκαμψη της αγοράς από το 2023-2024 θα είναι ορατές τα επόμενα χρονιά, υπογραμμίζεται. 

Πώς επιμερίζονται οι εκτάσεις ανά καλλιέργεια

Ενώ το 2023 η βιολογική καλλιεργούμενη γη στην Ευρώπη μειώθηκε, το 2024 παρέμεινε -σε γενικές γραμμές- σταθερή. Εικόνα, βέβαια, που σχετίζεται και με την διαθεσιμότητα των δεδομένων, απουσία επικαιροποιημένων στοιχείων για αρκετές χώρες κατά τον χρόνο συγγραφής της έκθεσης. Ενώ, σημειώνεται ότι και η Eurostat από την οποία αντλούνται στοιχεία, από το 2021 κι έπειτα δεν περιλαμβάνει τις καλλιέργειες που βρίσκονται στο στάδιο της μετάβασης.

Έτσι, τα δεδομένα παρουσιάζουν μικτή εικόνα. Τα σιτηρά παρέμειναν η κύρια ομάδα αροτραίων καλλιεργειών, ενώ και οι καλλιέργειες κτηνοτροφικών φυτών κάλυπταν επίσης σημαντική έκταση. Μεταξύ 2023 και 2024, τα φρέσκα λαχανικά αυξήθηκαν, και αρκετές ομάδες μόνιμων καλλιεργειών επεκτάθηκαν, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των φρούτων εύκρατης ζώνης, των αμπελιών, των ακρόδρυων και των ελαιώνων, οι οποίοι παρέμειναν η μεγαλύτερη ομάδα μόνιμων καλλιεργειών σε όρους έκτασης.

Παραγωγοί, μεταποιητές, εισαγωγείς και εξαγωγείς

Το 2024, η Ευρώπη αριθμούσε περίπου 491.000 παραγωγούς βιολογικών, εκ των οποίων περίπου 438.000 βρίσκονταν στην ΕΕ. Κατά την περίοδο 2015–2024, ο αριθμός των παραγωγών αυξήθηκε κατά περίπου 41% στην Ευρώπη και κατά περίπου 65% στην ΕΕ. Η Ευρώπη αντιπροσωπεύει λίγο περισσότερο από το 10% των βιολογικών παραγωγών παγκοσμίως, ενώ η Ιταλία παρέμεινε η χώρα με τον μεγαλύτερο αριθμό παραγωγών.

Ο αριθμός των βιολογικών μεταποιητών μειώθηκε ελαφρώς το 2024 σε περίπου 93.978 (–0,8%) στην Ευρώπη και περίπου 88.977 (–0,5%) στην ΕΕ. Ωστόσο, κατά την τελευταία δεκαετία, ο αριθμός των μεταποιητών αυξήθηκε κατά 66% στην Ευρώπη και κατά 71% στην ΕΕ, με την Ιταλία να ηγείται. Οι αντίστοιχοι εισαγωγείς αυξήθηκαν σε περίπου 8.400 στην Ευρώπη και σε λίγο πάνω από 7.000 στην ΕΕ, παρουσιάζοντας μέτρια ετήσια αύξηση, αλλά, ισχυρή στη δεκαετία, με την Γερμανία να πρωτοστατεί στην κατηγορία. Ως προς τους εξαγωγείς, ο αριθμός τους μειώθηκε το 2024 από την προηγούμενη χρονιά, όμως τα στοιχεία χαρακτηρίζονται περιορισμένα. Σε απόλυτους αριθμούς, αναφέρθηκαν περίπου 4.500 εξαγωγείς για την Ευρώπη και περίπου 3.800 στην ΕΕ. 

 

Αυξημένοι κατά 6,3% οι όγκοι εισαγωγών

Το 2024, η ΕΕ εισήγαγε συνολικά περίπου 2,6 εκατ. τόνους βιολογικών αγροδιατροφικών προϊόντων, σημειώνοντας αύξηση 6,3% σε σύγκριση με το 2023, αντικατοπτρίζοντας την ανάκαμψη στην αγορά.

Ανά χώρα εισαγωγής, η Ολλανδία παρέμεινε ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σε όγκο, καταγράφοντας σημαντική αύξηση (+17%), ακολουθούμενη από τη Γερμανία (+2%) και το Βέλγιο (+13%), με τις Ολλανδία και Βέλγιο να επανεξάγουν σημαντικό όγκο των εισαγόμενων προϊόντων. Στην τέταρτη θέση ήταν η Ιταλία (+6%) καθώς οι εισαγωγές στη Γαλλία (πέμπτη στην κατάταξη) μειώθηκαν για δεύτερη συνεχή χρονιά (-14%).

Ανά χώρα προέλευσης, ο Ισημερινός ήταν και πάλι ο μεγαλύτερος προμηθευτής για την ΕΕ, παραδίδοντας σχεδόν 0,4 εκατομμύρια τόνους το 2024 και διευρύνοντας το προβάδισμά του, μεταξύ των κορυφαίων χωρών προέλευσης. Όσον αφορά τις ομάδες προϊόντων, τα τροπικά φρούτα (κυρίως μπανάνες) κυριάρχησαν αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το ένα τρίτο των συνολικών όγκων εισαγωγής, ενώ ελαιούχες πίτες και σπόροι σόγιας αποτέλεσαν τη δεύτερη σημαντικότερη ομάδα.

Ανά κατηγορία προϊόντων, φρούτα, λαχανικά και ελαιόλαδο αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ήμισυ (47,2% του όγκου) των βιολογικών εισαγωγών σε επίπεδο ΕΕ. Οι εισαγωγές στην κατηγορία αυξήθηκαν κατά 6,4% σε όγκο, κυρίως λόγω αύξησης 26,4% στους ξηρούς καρπούς (Κίνα) και 4,5% στις μπανάνες (Ισημερινός), ενώ οι εισαγωγές βιολογικού ελαιολάδου μειώθηκαν.

Οι εισαγωγές αροτραίων και φυτικών προϊόντων, που αντιπροσώπευαν μερίδιο 38,3% του συνολικού όγκου βιολογικών εισαγωγών, αυξήθηκαν κατά 8,3%. Αύξηση καταγράφηκε σε όλες τις υποκατηγορίες προϊόντων, ιδίως στα ελαιούχα και πρωτεϊνούχα φυτά (+4,9%), στα σιτηρά (+9,5%, συμπεριλαμβανομένης αύξησης +28,2% στο ρύζι), στα παρασκευάσματα σιτηρών (+9,7%), στη ζάχαρη (+7,8%), στα φυτικά έλαια (+24,2%) και σε άλλα έλαια και λίπη (+20%).

Οι εισαγωγές βιολογικών προϊόντων υψηλότερης αξίας επίσης αυξήθηκαν στην πλειοψηφία τους. Οι εισαγωγές βιολογικού οίνου, ποτών και παρασκευασμάτων τροφίμων αυξήθηκαν κατά 12,9%.

Και στα ζωικά προϊόντα καταγράφηκε αύξηση κατά 9,4%, χάρη στο μέλι (+10,9%) και το βόειο και μοσχαρίσιο κρέας (+67%). Οι εισαγωγές βιολογικού καφέ, τσαγιού, κακάο και μπαχαρικών μειώθηκαν κατά 7,3%.

Το ελαιόλαδο παραμένει το περισσότερο εισαγόμενο βιολογικό προϊόν

Με τις ποσότητες βιολογικών να αφορούν 35.000 από τους 221.000 τόνους, το ελαιόλαδο παραμένει η σημαντικότερη υποκατηγορία, με μερίδιο 15,9%, παρά τη σημαντική μείωση κατά 24% από το 2023. Σχεδόν στο σύνολό του (99%) είναι εξαιρετικά παρθένο και εισάγεται από την Τυνησία.

Μεταξύ των άλλων μεμονωμένων προϊόντων με σημαντικό μερίδιο εισαγωγών, ήταν οι μπανάνες (13,4%), τα μπαχαρικά (π.χ. τζίντζερ) (13,2%), τα παρασκευασμένα ή διατηρημένα σταφύλια (12,5%), τα αρωματικά φυτά για τεχνική χρήση (12,3%), η λευκή ζάχαρη (10,5%) και τα παρασκευασμένα ή διατηρημένα αχλάδια (10,3%). Τα περισσότερα από αυτά αύξησαν το μερίδιό τους.

Το 15% των αμερικανικών εισαγωγών βιολογικών προήλθαν από Ευρώπη

Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία (που καλύπτουν μόνο επιλεγμένες ομάδες προϊόντων) των ΗΠΑ, οι ευρωπαϊκές χώρες (ΕΕ και άλλες) εξήγαγαν τουλάχιστον 0,49 εκατ. τόνους βιολογικών προϊόντων προς τις ΗΠΑ το 2024, που αντιστοιχούν σε περίπου 15% των συνολικών βιολογικών εισαγωγών τους.

Σε όρους αξίας, με τα στοιχεία που παρέχονται να χαρακτηρίζονται περιορισμένα, η Ιταλία και η Ισπανία παρουσίασαν τις υψηλότερες αξίες βιολογικών εξαγωγών (σχεδόν 3,9 δις. ευρώ έκαστη), ενώ η Γαλλία ανέφερε την υψηλότερη αξία εισαγωγών (2,4 δις. ευρώ).Ωστόσο, δεν υπήρχαν συγκρίσιμα δεδομένα από τη Γερμανία, τη μεγαλύτερη αγορά βιολογικών προϊόντων στην Ευρώπη.

Στο 4,1% η αύξηση στο λιανεμπόριο στην Ευρώπη, 3,6% στην ΕΕ

Το 2024, οι λιανικές πωλήσεις βιολογικών προϊόντων στην Ευρώπη ανήλθαν σε 58,7 δισ. ευρώ (+4,1%), εκ των οποίων τα 49,5 δισ. ευρώ ήταν στην ΕΕ(+3,9%). Το 2024 σηματοδότησε σαφή ανάκαμψη, υποδηλώνοντας ανανεωμένη εμπιστοσύνη και ζήτηση των καταναλωτών για βιολογικά προϊόντα, δεδομένου ότι απουσιάζουν δεδομένα από αρκετές χώρες.

Η Γερμανία παρέμεινε η μεγαλύτερη αγορά βιολογικών προϊόντων στην Ευρώπη (17,0 δισ. ευρώ), ακολουθούμενη από τη Γαλλία (12,2 δισ.). 

Στα 110 ευρώ η κατά κεφαλήν κατανάλωση στην ΕΕ

Ως προς τα μερίδια αγοράς, η Ελβετία κατέστη ο νέος παγκόσμιος ηγέτης το 2024, φθάνοντας το 12,3% των συνολικών λιανικών πωλήσεων (βάσει επανυπολογισμένου δείκτη), μπροστά από τη Δανία (11,6%) και την Αυστρία (11,4%). Στην ΕΕ, το μερίδιο βιολογικών προϊόντων διαμορφώθηκε περίπου στο 4,5% της συνολικής αγοράς. Εντούτοις, σε ορισμένες χώρες, τα μερίδια βιολογικών προϊόντων μειώθηκαν το 2024, εν μέσω υψηλού πληθωρισμού και αυξανόμενων τιμών τροφίμων.

Ελβετία (468 ευρώ) και Δανία (362 ευρώ) ηγήθηκαν και πάλι στην Ευρώπη (και παγκοσμίως) σε ότι αφορά την κατά κεφαλήν κατανάλωση βιολογικών, με την μέση κατά κεφαλήν κατανάλωση στην Ευρώπη να ανέρχεται στα 70 ευρώ και στα 110 ευρώ στην ΕΕ, ενώ, εννέα χώρες υπερβαίνουν τα 100 ευρώ.

Ως προς τα κανάλια διανομής, με σημαντικές διαφορές να εντοπίζονται ανά χώρα, από το 2018 κι έπειτα η ανάπτυξη ήταν ισχυρότερη στους γενικούς λιανοπωλητές και τα καταστήματα χαμηλού κόστους (discounters), ενώ τα εξειδικευμένα καταστήματα παραμένουν σημαντικά σε αρκετές μεγάλες αγορές. Παράλληλα, όπου υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα, δυναμική αύξηση κατέγραψαν και οι πωλήσεις στον κλάδο της μαζικής εστίασης, με την Δανία να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Αισιοδοξία για το μέλλον

Παρά το γεγονός ότι οι οικονομικές πιέσεις συνέχισαν, με παραμέτρους όπως η μείωση του εισοδήματος και τα διαρκώς υψηλά κόστη ενέργειας και καταναλωτικών αγαθών να επιδρούν στα αγοραστικά πρότυπα, υπάρχουν σημαντικά σημάδια ανάκαμψης στην βιολογική αγορά.

Τα δεδομένα, μάλιστα, για το 2025 υποδηλώνουν περαιτέρω αισιοδοξία, σημειώνουν οι αναλυτές, παρότι οι προκλήσεις παραμένουν. Ταυτόχρονα, οι βελτιωμένες συνθήκες της αγοράς δεν αποκλείεται να μεταφραστούν σε ανανεωμένη δραστηριότητα και σε ότι αφορά τις εκτάσεις, με δεδομένη μάλλον τη χρονική καθυστέρηση.

Βέβαια, σε ότι αφορά την επίτευξη του στόχου για 25% βιολογικές εκτάσεις ως το 2030, αυτό θα απαιτήσει διαρκή πολιτική δέσμευση, αποτελεσματική εφαρμογή των Στρατηγικών Σχεδίων της ΚΑΠ και συνεχή ενίσχυση των αγορών. «Η διασφάλιση ότι τα βιολογικά προϊόντα παραμένουν προσβάσιμα και οικονομικά προσιτά για όλες τις εισοδηματικές ομάδες, ενώ, ταυτόχρονα, παρέχονται σταθερές συνθήκες-πλαίσιο για τους παραγωγούς, θα είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης του βιολογικού τομέα στην Ευρώπη» επισημαίνεται.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: