Με μειωμένες τιμές η άνοδος του όγκου εξαγωγών ελαιόλαδου της ΕΕ

Η παραγωγή ελαιόλαδου στην ΕΕ, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προβλέπεται στο διάστημα της τρέχουσας εμπορικής περιόδου (Οκτώβριος 2025-Σεπτέμβριος 2026) να περιοριστεί σε περίπου 2 εκατ. τόνους, παρουσιάζοντας μείωση ως προς την προηγούμενη (-3,2%). Ωστόσο, οι εξαγωγές ελαιόλαδου της ΕΕ προς τρίτες χώρες αναμένεται την εμπορική περίοδο 2025/26 να ανέλθουν σε 795 χιλ. τόνους, σημειώνοντας αισθητή άνοδο ως προς την προηγούμενη (+4,7%), ενώ αντίθετα σημαντική μείωση προβλέπεται στις εισαγωγές του προϊόντος, ο όγκος των οποίων προβλέπεται να περιοριστεί σε 190 χιλ. τόνους (-19,4%). Βελτίωση εξάλλου αναμένεται στην κατανάλωση ανερχόμενη σε 1,44 εκατ. τόνους (+1,7%), αν και εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά της καλύτερης επίδοσης της τελευταίας πενταετίας που σημειώθηκε την περίοδο 2021/22 (1,55 εκατ. τόνοι).
Σε ετήσια βάση, οι εξαγωγές ελαιόλαδου της ΕΕ, ωθούμενες από την αποκλιμάκωση των τιμών του προϊόντος στη διεθνή αγορά, ανήλθαν το 2025 σε 778 χιλ. τόνους, παρουσιάζοντας έντονη άνοδο ως προς το προηγούμενο έτος (+27,4%), αλλά με πτώση της μέσης τιμής εξαγωγής που περιορίστηκε σε 5,8 ευρώ/κιλό έναντι των 9,2 ευρώ/κιλό του 2024, με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση της αξίας εξαγωγών σε 4,47 δισ. ευρώ (-20%).
Οι ΗΠΑ αποτέλεσαν εκ νέου τον κυριότερο προορισμό των εξαγόμενων προϊόντων ελαιόλαδου της ΕΕ, που ανήλθαν το 2025 σε 261,4 χιλ. τόνους (+17,6%), καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού όγκου (33,6%), αλλά με πτώση της αξίας που περιορίστηκε σε 1,51 δισ. ευρώ (-26,5%) λόγω της μειωμένης μέσης τιμής εξαγωγής. Να σημειωθεί όμως ότι στο διάστημα των πρώτων πέντε μηνών της τρέχουσας εμπορικής περιόδου (Οκτώβριος 2025-Φεβρουάριος 2026) καταγράφεται πτώση των εξαγωγών ελαιόλαδου της ΕΕ στις ΗΠΑ, ο όγκος των οποίων περιορίστηκε σε 87,5 χιλ. τόνους, παρουσιάζοντας μείωση σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα της προηγούμενης περιόδου (-12%), ως συνέπεια της ανόδου των δασμών των ΗΠΑ στα ελαιοκομικά προϊόντα της ΕΕ από τον Αύγουστο του 2025 και έπειτα. Εντούτοις, οι εξαγωγικές επιχειρήσεις της ΕΕ κατάφεραν να ισορροπήσουν την απώλεια αυτή, ενισχύοντας τις εξαγωγές ελαιόλαδου σε άλλες αγορές. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτέλεσε η Βραζιλία, η δεύτερη σημαντικότερη χώρα προορισμού, που απορρόφησε το 2025 ιδιαίτερα αυξημένο όγκο εξαγωγών ελαιόλαδου (79,3 χιλ. τόνοι, +27%), ενώ εντυπωσιακή ήταν άνοδος του όγκου εξαγωγών στη Νότια Κορέα (+87,4%), στον Καναδά (+61,3%), στην Κίνα (+91,6%), αλλά και σε ορισμένες άλλες, μικρότερου όγκου, αγορές (Ισραήλ, Ταιβάν, Μαρόκο, Ινδία κ.α.).
Από την άλλη πλευρά, οι εισαγωγές ελαιόλαδου στην ΕΕ περιορίστηκαν το 2025 σε 188,8 χιλ. τόνους, αξίας 722,8 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας σε σχέση με το προηγούμενο έτος μείωση στον όγκο (-4,2%) και πολύ μεγαλύτερη στην αξία (-46,3%) λόγω της μεγάλης πτώσης της μέσης τιμής εισαγωγής, που περιορίστηκε σε 3,8 ευρώ/κιλό (-44%). Η Τυνησία, αποτέλεσε εκ νέου τον κυριότερο προμηθευτή, με σημαντική αύξηση του όγκου (155,2 χιλ. τόνοι, έναντι των 124,2 χιλ. τόνων του 2024), καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού όγκου (82%), με ιδιαίτερα χαμηλή μέση τιμή εισαγωγής (3,7 ευρώ/κιλό), ενώ πολύ μικρότερες ήταν οι εισαγόμενες ποσότητες από τις τέσσερεις χώρες που ακολούθησαν (Τουρκία, Χιλή, Αίγυπτος, Μαρόκο).
Περιορίστηκε η εγχώρια παραγωγή
Η εγχώρια παραγωγή ελαιόλαδου, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπεται την τρέχουσα εμπορική περίοδο 2025/26 να περιοριστεί σε 235 χιλ. τόνους, παρουσιάζοντας μείωση ως προς την προηγούμενη (-6%), ενώ πτώση προβλέπεται και στις εξαγωγές ελαιόλαδου της χώρας, που αναμένεται να περιοριστούν σε 138,5 χιλ. τόνους (-18,9%).
Κυριότερο πάντως χαρακτηριστικό στο διάστημα της διετίας 2024-2025 ήταν η έντονη αποκλιμάκωση της εγχώριας μέσης μηνιαίας τιμής σε όλες τις κατηγορίες ελαιόλαδου. Ειδικότερα, στο εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, η μέση εγχώρια μηνιαία τιμή του προϊόντος, έξω από το ελαιοτριβείο, από 879 ευρώ/100 κιλά τον Ιανουάριο του 2024 περιορίστηκε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους σε 504 ευρώ/100 κιλά, ενώ σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο κυμάνθηκε η μηνιαία τιμή το 2025 (από 469 ευρώ/100 κιλά τον Ιανουάριο σε 459 ευρώ/100 κιλά τον Δεκέμβριο). Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στη βελτίωση της κατανάλωσης του προϊόντος στην εγχώρια αγορά, ο όγκος της οποίας προβλέπεται την περίοδο 2025/26 να ανέλθει σε 92,6 χιλ. τόνους (+12,2%), αν και θα εξακολουθήσει να υπολείπεται αισθητά από την καλύτερη επίδοση της πενταετίας, που σημειώθηκε την περίοδο 2021/22 (105,5 χιλ. τόνοι).
Στο πεδίο του εξωτερικού εμπορίου, σε ετήσια βάση, σημειώνεται σημαντική άνοδος των εξαγωγών ελαιόλαδου της χώρας, που ανήλθαν το 2025 σε 172,4 χιλ. τόνους, παρουσιάζοντας έντονη αύξηση ως προς το προηγούμενο έτος σε όγκο (+45,5%), αλλά με μείωση της αξίας που περιορίστηκε σε 918,9 εκατ. ευρώ, ως συνέπεια της πτώσης της μέσης τιμής εξαγωγής σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες του προϊόντος, αλλά και στο σύνολό τους.
Το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο κάλυψε εκ νέου το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού όγκου και της αξίας των εξαγωγών της χώρας (82,9% και 88,5% αντίστοιχα), παρουσιάζοντας έντονη άνοδο σε όγκο που ανήλθε το 2025 σε 143 χιλ. τόνους (+48,3%), ενώ οριακή ήταν μεταβολή στην αξία, λόγω της πτώσης της μέσης τιμής εξαγωγής, που περιορίστηκε σε 5,7 ευρώ/κιλό. Η Ιταλία αποτέλεσε εκ νέου την κυριότερη χώρα προορισμού, παρουσιάζοντας σημαντική άνοδο των εξαγόμενων προϊόντων εξαιρετικά παρθένου ελαιόλαδου της χώρας (σε βυτία), ο όγκος των οποίων ανήλθε το 2025 σε 92,7 χιλ. τόνους (+63%), αλλά με έντονη μείωση της μέσης τιμής εξαγωγής σε 4,9 ευρώ/κιλό έναντι των 7,2 ευρώ/κιλό του 2024. Σημαντική, επίσης, ήταν η άνοδος των εξαγωγών του προϊόντος στη Γερμανία, που εξακολουθεί να αποτελεί τη δεύτερη σημαντικότερη χώρα προορισμού (13 χιλ. τόνοι, +23,5%).
Οι ΗΠΑ αποτέλεσαν τον τρίτο κυριότερο προορισμό των ελληνικών εξαγωγών στο εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, που ανήλθαν το 2025 σε 8,8 χιλ. τόνους, παρουσιάζοντας σημαντική άνοδο στον όγκο (+29,3%), αλλά με πτώση της αξίας που περιορίστηκε σε 62,1 εκατ. ευρώ (-15,3%) λόγω της μειωμένης μέσης τιμής εξαγωγής. Να σημειωθεί όμως ότι στο διάστημα του πρώτου τετράμηνου της τρέχουσας εμπορικής περιόδου (Οκτώβριος 2025-Ιανουάριος 2026) καταγράφεται μείωση των εξαγωγών εξαιρετικά παρθένου ελαιόλαδου της χώρας στις ΗΠΑ, ο όγκος των οποίων σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα της προηγούμενης περιόδου περιορίστηκε σε 3.217 τόνους, παρουσιάζοντας αισθητή μείωση (-7,4%) λόγω της ανόδου του δασμού των ΗΠΑ. Ωστόσο, θετική εξέλιξη αποτέλεσε η ιδιαίτερα έντονη άνοδος του όγκου εξαγωγών του προϊόντος σε ορισμένες άλλες τρίτες χώρες, όπως στην Αυστραλία (+153,4%), τη Νότια Κορέα (+211,4%), τον Καναδά (+69,5%), το Ην. Βασίλειο (+34,7%) και την Ελβετία (+32,5%).
Γενικότερα πάντως, σύμφωνα με νεότερες εκτιμήσεις (στοιχεία USDA, EU Oilseeds and products annual, 10/4/2026), η παραγωγή ελαιόλαδου στην ΕΕ επηρεάστηκε από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικράτησαν στην καλλιέργεια στο διάστημα της τρέχουσας εμπορικής περιόδου (καύσωνες, ξηρασία), με συνέπεια την πτώση της παραγωγής στην Ισπανία, την Πορτογαλία, αλλά και στην Ελλάδα, στην οποία προβλέπεται περιορισμός σε 220 χιλ. τόνους, καταγράφοντας σημαντική μείωση ως προς την προηγούμενη (-12%). Εξάλλου, οι προοπτικές της παραγωγής στην ΕΕ κατά την εμπορική περίοδο 2026/27 δεν φαίνονται αισιόδοξες, η οποία αναμένεται να κυμανθεί στο ίδιο σχεδόν επίπεδο με την προηγούμενη. Ζήτημα ωστόσο αποτελεί η διατήρηση των τιμών παραγωγού σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο ενόψει της σημαντικής ανόδου των τιμών σε ορισμένες κρίσιμες γεωργικές εισροές (ενέργεια, λιπάσματα) εξαιτίας της εμπόλεμης σύρραξης στη Μέση Ανατολή, αλλά και λόγω του εμπορικού αποκλεισμού στα Στενά του Ορμούζ, με αισθητό αρνητικό αντίκτυπο στο εισόδημα των παραγωγών.








