RE:OLIVE: Η προσπάθεια που ενώνει παραγωγούς, καινοτομία και νέες αγορές στον τομέα του ελαιολάδου

Δημιουργία ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης για την ελληνική ελαιοκομία μέσω της εκπαίδευσης
03/06/2026
7' διάβασμα
reolive-i-prospatheia-pou-enonei-paragogous-kainotomia-kai-nees-agores-ston-tomea-tou-elaioladou-379857

Μία πρωτοβουλία που επιχειρεί να συνδέσει την καινοτομία, τη βιωσιμότητα και την επιχειρηματική ανάπτυξη στον τομέα του ελαιολάδου, θέτοντας στο επίκεντρο τον παραγωγό και το ίδιο το προϊόν γεννήθηκε από τη συνεργασία του δικτύου καινοτομίας SDG House Greece (δίκτυο που δημιουργήθηκε από το Orange Grove και την Πρεσβεία της Ολλανδίας στην Ελλάδα) και του LIÁ Olive Oil Hub, (ενός εκπαιδευτικού κόμβου για το ελαιόλαδο που δημιουργήθηκε από την ομάδα του LIÁ Olive Oil). Ο λόγος για το έργο RE:OLIVE, το οποίο σχεδιάστηκε για να επαναπροσδιορίσει την οικονομία της ελιάς μέσα από το πρίσμα της καινοτομίας, της κυκλικής οικονομίας και της δημιουργίας νέων μορφών αξίας.

Με αφετηρία τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ελαιοκομικός τομέας όπως η κλιματική αλλαγή, η υποβάθμιση των εδαφών, το αυξημένο κόστος παραγωγής, η διαχείριση του νερού και η έλλειψη κινήτρων για τους νέους να ασχοληθούν με την καλλιέργεια, το έργο εστιάζει στους τρόπους με τους οποίους η μέχρι υπάρχουσα έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη μπορούν να μετατραπούν σε πρακτικά επιχειρηματικά μοντέλα, πιλοτικές εφαρμογές και ανάπτυξη καινοτόμων επιχειρήσεων στον τομέα της ελιάς.

Επιχειρηματική ανάπτυξη

Με έμπνευση από διεθνή μοντέλα καινοτομίας, οι φορείς του έργου συνεργάζονται άμεσα με ελαιοπαραγωγούς και φορείς του κλάδου για την ανάπτυξη κυκλικών αλυσίδων αξίας υψηλής απόδοσης. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρει στην «ΥΧ» η Αλεξάνδρα Σαρμά, Γενική Διευθύντρια του SDG House Greece, «Το πρόγραμμα επικεντρώνεται σε δύο βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά τη στήριξη των ελαιοπαραγωγών σε θέματα επιχειρηματικής ανάπτυξης και βιώσιμων πρακτικών, ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικοί στο μέλλον. Οργανώσαμε, λοιπόν, ένα πρόγραμμα εκπαιδεύσεων και υποστήριξης στο οποίο συμμετείχαν ελαιοπαραγωγοί, γεωπόνοι αλλά και εταιρείες τεχνολογίας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη βιωσιμότητα και την επικοινωνία των πρακτικών αυτών στην αγορά καθώς πολλοί παραγωγοί εφαρμόζουν ήδη καλές πρακτικές αλλά δυσκολεύονται να τις καταγράψουν και να τις επικοινωνήσουν σε premium αγορές και συνεργάτες B2B. Οι αγορές, πλέον, ζητούν δεδομένα και μετρήσιμα στοιχεία. Οι παραγωγοί πρέπει να μπορούν να αποδείξουν τι κάνουν και ποιο είναι το αποτύπωμά τους».

Αξιοποίηση υποπροϊόντων

Ο δεύτερος άξονας σχετίζεται με τη μείωση των αποβλήτων και την αξιοποίηση όλων των υποπροϊόντων της ελιάς. Η λογική της κυκλικής οικονομίας βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της προσέγγισης. Όπως εξηγεί η κα Σαρμά «Έχουμε μάθει να μιλάμε για απόβλητα, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για πολύτιμους πόρους που δεν έχουμε ακόμη εντάξει συστηματικά στην οικονομία της ελιάς. Από τα φύλλα μέχρι τα υγρά απόβλητα των ελαιοτριβείων, υλικά που σήμερα συχνά παραμένουν αναξιοποίητα μπορούν να δημιουργήσουν νέα προστιθέμενη αξία για τους παραγωγούς, αλλά και να αποτελέσουν τη βάση για καινοτόμες επιχειρήσεις και νέες θέσεις εργασίας.

Από συμπληρώματα και φαρμακευτικά προϊόντα έως ενέργεια και βιολιπάσματα, οι δυνατότητες είναι ήδη γνωστές, ωστόσο, το ζητούμενο είναι πώς θα περάσουμε από τη θεωρία στη συστηματική εφαρμογή. Στο πλαίσιο του RE:OLIVE, εστιάζουμε ακριβώς σε αυτή τη μετάβαση, αναδεικνύοντας όχι μόνο τις ευκαιρίες, αλλά και τα πρακτικά ζητήματα που πρέπει να λυθούν, από την ιδιοκτησία και τη συλλογή έως τη μεταφορά και την αποθήκευση των υποπροϊόντων. Γι’ αυτό το πρόγραμμα δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο mentoring και στην εξατομικευμένη υποστήριξη, ώστε κάθε συμμετέχων να μπορέσει να αναγνωρίσει τις δικές του δυνατότητες και να μετατρέψει μια ιδέα σε εφαρμόσιμη λύση».

Στήριξη των ελαιοπαραγωγών

Διανύοντας μία πολυετή πορεία γύρω από τον κόσμο του ελαιολάδου και έχοντας αναπτύξει σημαντικές συνεργασίες, η Χριστίνα Στριμπάκου, ιδρύτρια του Lia Olive Oil Hub, ήταν υπεύθυνη, εκτός των άλλων, για την εύρεση των παραγωγών που συμμετείχαν στα σεμινάρια. «Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στη στήριξη παραγωγών που διαθέτουν ιδέες και όρεξη, αλλά χρειάζονται καθοδήγηση για το επόμενο βήμα.

Έτσι, λοιπόν, τα σεμινάρια αποτελούσαν ένα εξειδικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που απευθυνόταν σε ανθρώπους από όλη την αλυσίδα του ελαιολάδου, από παραγωγούς και καλλιεργητές μέχρι τυποποιητές και εξαγωγείς. Στόχος δεν ήταν μόνο η γνωριμία με βιώσιμες πρακτικές, αλλά κυρίως η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο αυτές οι πρακτικές μπορούν να μετατραπούν σε πραγματικό εργαλείο ανάπτυξης και διαφοροποίησης. Δεν αρκεί, πλέον, να έχεις μόνο ένα καλό προϊόν ή μια καλή τιμή. Οι αγορές και τα premium σημεία πώλησης ζητούν να γνωρίζουν τι κάνεις σε επίπεδο βιωσιμότητας, πώς λειτουργείς, ποιο είναι το αποτύπωμά σου και ποιες πρακτικές εφαρμόζεις».

Το βασικό πρόβλημα, όπως επισημαίνει, είναι ότι πολλοί μικροί και μεσαίοι παραγωγοί εφαρμόζουν ήδη καλές πρακτικές «ενστικτωδώς», επειδή η δουλειά τους είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη φύση. «Ωστόσο, αυτές οι πρακτικές σπάνια καταγράφονται συστηματικά ή παρουσιάζονται με τρόπο που να μπορεί να αξιοποιηθεί τόσο στο marketing όσο και στις εμπορικές συνεργασίες. Για αυτόν τον λόγο, δεν θέλαμε να κάνουμε άλλη μία παρουσίαση για τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης. Θέλαμε να φέρουμε μια νέα ματιά και να δείξουμε ότι υπάρχουν διαφορετικά μοντέλα και εργαλεία εκεί έξω. Για να επιτευχθεί αυτό οι εκπαιδευτές δεν περιορίστηκαν σε γενικές παρουσιάσεις, αλλά πραγματοποίησαν κατ’ ιδίαν συναντήσεις με κάθε συμμετέχοντα, εξετάζοντας τις ανάγκες και τις δυνατότητες της κάθε επιχείρησης ξεχωριστά. Το mentoring κάλυψε ζητήματα βιωσιμότητας, επιχειρηματικής ανάπτυξης, marketing και χρηματοδοτικών εργαλείων», τονίζει η κα Στριμπάκου.

Το έργο σχεδιάστηκε εξαρχής ως μια μακροπρόθεσμη διαδικασία και όχι ως ένα μεμονωμένο σεμινάριο, για αυτό και το επόμενο διάστημα θα διοργανωθεί και νέος κύκλος εκπαιδεύσεων. Οι διοργανωτές φιλοδοξούν σταδιακά να συμβάλουν στην ενίσχυση ολόκληρου του οικοσυστήματος της ελληνικής ελαιοκομίας, εξετάζοντας ζητήματα που αφορούν όχι μόνο τη βιώσιμη καλλιέργεια, αλλά και τη δημιουργία νέων αλυσίδων αξίας μέσα από την αξιοποίηση παραπροϊόντων, την επιχειρηματική ανάπτυξη, την πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία και τη σύνδεση με νέες αγορές.