Αντιθέσεις: Εγκληματικότητα

Κομματικές διαμάχες δεν χωρούν στη μάζη με το έγκλημα

Το έγκλημα δεν έχει ιδεολογία – η αντιμετώπισή του όμως, έχει

Η προσπάθεια να «ιδεολογικοποιηθεί» η καταπολέμηση του εγκλήματος, που πριν από λίγο καιρό πήρε διαστάσεις με αφορμή τη δολοφονία δημοσιογράφου και τις αιματηρές βεντέτες του νονών της νύχτας, επανήλθε μετά τη δολοφονία στα Γλυκά Νερά. Παρά το γεγονός ότι η Ελληνική Αστυνομία εξιχνίασε το ειδεχθές έγκλημα και οδήγησε τον -καθ’ ομολογία του- δράστη στη Δικαιοσύνη, κατηγορείται, μαζί με την κυβέρνηση, ότι ολιγώρησε, έστρεψε τις έρευνές της σε λάθος κατεύθυνση, συνέλαβε ως ύποπτο αλλοδαπό καταζητούμενο για κλοπές, και καθυστέρησε.

Πρόκειται για μια προσπάθεια που επιχειρεί να αποδομήσει έναν από τους πυλώνες της κυβερνητικής πολιτικής, την επιβολή του νόμου και της τάξης, και να καταδείξει τις σχετικές προεκλογικές δεσμεύσεις του πρωθυπουργού ως πυροτεχνήματα. Μια τέτοια προσπάθεια, όμως, προσκρούει στην πραγματικότητα που ζουν όλοι οι πολίτες.

Πρώτον, γιατί από την πρώτη μέρα που η ΝΔ ανέλαβε τα ηνία της χώρας, έγινε φανερό σε όλους -και στους κακοποιούς- ότι η εποχή των παχέων αγελάδων και της ατιμωρησίας είχε περάσει. Η αστυνομία αναδιοργανώθηκε, τα χέρια της λύθηκαν, και το αποτέλεσμα ήταν να πνεύσει άνεμος νομιμότητας. Κτήρια-όμηροι καταληψιών απελευθερώθηκαν, τα Εξάρχεια έγιναν μια κανονική πλατεία μιας κανονικής πρωτεύουσας, η μικρή εγκληματικότητα χτυπήθηκε, η βία των αναρχικών αντιμετωπίστηκε επιτυχημένα.

Δεύτερον, η μάχη με τη μεγάλη εγκληματικότητα επίσης διεξάγεται με όρους επιτυχίας των δυνάμεων της τάξης. Στην περίπτωση του συζυγοκτόνου των Γλυκών Νερών, που βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, για παράδειγμα, η Ελληνική Αστυνομία αξιοποίησε την εμπειρία της, την εξοικείωσή της με σύγχρονα μέσα όπως τα κινητά τηλέφωνα, αλλά και την αποφασιστικότητα των στελεχών της, για να συλλάβει τελικά τον καθ’ ομολογία του δολοφόνο και να τον παραπέμψει στη Δικαιοσύνη με δεκάδες επιβαρυντικά στοιχεία τα οποία στοιχειοθετούν και στηρίζουν την ομολογία του. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι στην αρχή ήταν φυσικό, μπροστά στη φρίκη ενός τέτοιου εγκλήματος, οι αστυνομικές αρχές να ασχοληθούν με όλες τις εκδοχές. Ανάμεσά τους και με την εκδοχή της ληστείας μετά φόνου, που είχε σκηνοθετήσει ο καθ’ ομολογία του δράστης.

Είναι τουλάχιστον άδικο, μια αστυνομία και μια κυβέρνηση που έχουν μέσα σε δύσκολες συνθήκες επιβάλει ένα κλίμα αποφασιστικής και αποτελεσματικής αντιμετώπισης του εγκλήματος, να συκοφαντούνται για προφανείς λόγους κομματικής σκοπιμότητας. Στο κάτω-κάτω, η μάχη με το έγκλημα αφορά όλη την κοινωνία και όλα τα κόμματα και θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται όχι ως αφορμή για κομματικές αντιπαραθέσεις, αλλά ως κοινή προσπάθεια.

Ε.Κ.

Προφανώς η παραβατικότητα και το έγκλημα δεν έχουν πολιτική χροιά. Η αντιμετώπισή τους όμως, η στρατηγική και η δράση των κρατικών δυνάμεων της τάξης, έχουν. Αυτός, μάλιστα, που προσέδωσε πολιτική διάσταση στην αντιεγκληματική πολιτική ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος στην αιχμή της προεκλογικής του εκστρατείας κατηγορούσε σε όλους τους τόνους την προηγούμενη κυβέρνηση ότι επέτρεψε να γίνει η χώρα «ξέφραγο αμπέλι».

Οι επιδείξεις αστυνομικής καταστολής σε διαδηλώσεις, καταλήψεις όπως του θεάτρου Εμπρός, εφόδους σε πλατείες και σπίτια, βασανισμούς στη ΓΑΔΑ, βρίσκουν αντίθετες πολλές δυνάμεις της αντιπολίτευσης, και όχι μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ, για προφανείς λόγους. Απόπειρες κουκουλώματος, όμως, όπως αυτή με τον Λιγνάδη, αλλά και αποκαλύψεις για «σχέσεις στοργής» της αστυνομίας με τύπους όπως ο ήδη προφυλακισμένος Φουρθιώτης, δείχνουν ότι ακόμα και η δίωξη του εγκλήματος αποκτά με την κυβέρνηση Μητσοτάκη «ιδεολογικά» χαρακτηριστικά. Η αντιμετώπιση της φρίκης των Γλυκών Νερών είναι, δυστυχώς, χαρακτηριστική. Συγκεκριμένα:

✱ Για ποιον λόγο η αστυνομία ευθύς εξαρχής έβγαλε από το ραντάρ των ερευνών της τον σύζυγο του θύματος και έστρεψε όλη την προσοχή της στους φανταστικούς αλλοδαπούς κακοποιούς που ο ίδιος είχε εφεύρει; Δεν έχει σχέση μια τέτοια κατεύθυνση των ερευνών με τα ιδεολογήματα για τους εγκληματίες «λαθρομετανάστες» και τους υπεράνω υποψίας «λευκούς, στρέιτ, και χριστιανούς» που κοινοβουλευτικά στελέχη της ΝΔ, όπως ο Μπογδάνος επικαλούνται; Ούτε με το ότι έχει γίνει καραμέλα στην αντιεγκληματική ρητορική των ακραίων της κυβέρνησης ο ρόλος μεταναστών και προσφύγων;

✱ Τι εξυπηρετούν η διαρροή επιλεγμένων αποσπασμάτων από το ημερολόγιο της τραγικής Καρολάιν και η προσπάθεια που συνοδεύει κάθε έγκλημα οικογενειακής βίας να αποδοθεί στη γυναίκα-θύμα η ευθύνη για την κακοποίηση, ή και για τη δολοφονία της ακόμα; Ποιοι και γιατί έδωσαν στη δημοσιότητα αυτά τα αποσπάσματα;

✱ Είναι άσχετη με την κατεύθυνση των ερευνών η άποψη που διακινείται με ανοιχτούς ή υπόγειους τρόπους, για την αντιμετώπιση μειονοτήτων όπως η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, αλλά και των γυναικών συνολικά που πέφτουν θύματα σεξουαλικής και άλλης κακοποίησης;

Το θέμα με το ειδεχθές έγκλημα των Γλυκών Νερών δεν είναι συνεπώς ότι η αστυνομία άργησε να το εξιχνιάσει, συνέλαβε και ανέκρινε επί μέρες έναν άτυχο αλλοδαπό κ.λπ. Το θέμα είναι ότι η συντηρητική, ξενοφοβική και σεξιστική «κανονικότητα» της κυβέρνησης Μητσοτάκη και των ακραίων στην αστυνομία που τη στηρίζουν, επηρεάζει ακόμα και την κατεύθυνση της αστυνομικής έρευνας. Και μια τέτοια στάση, που κοστίζει ζωές, προφανώς θα βρει απέναντί της την πλειονότητα της κοινωνίας και της αντιπολίτευσης.

Ε.Σ.