Η ελαιοπαραγωγή της Κρήτης με τη γλώσσα των αριθμών

Άνω των 135 εκατομμυρίων ευρώ η άμεση οικονομική ζημιά που προκάλεσε ο δάκος στο νησί

-Διαφήμιση-

γράφει ο Εμμανουήλ Αναγνωστάκης, παραγωγός, τυποποιητής και εξαγωγέας ελαιολάδου

Η Κρήτη κατά την τελευταία 20ετία παράγει από 60.000 έως 120.000 τόνους ελαιόλαδο ετησίως. Η παραγωγή ελαιολάδου για την τρέχουσα περίοδο, μέχρι και τα τέλη Σεπτεμβρίου, αναμενόταν να ξεπεράσει τους 90.000 τόνους.

Όσον αφορά τις ποιοτικές κατηγορίες, οι εκτιμήσεις προέβλεπαν ότι η παραγωγή εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου θα ξεπερνούσε το 90% της συνολικής παραγωγής, δηλαδή πλέον των 80.000 τόνων θα ήταν εξαιρετικό παρθένο (οξύτητα κάτω του 0,8%). Οι υπόλοιποι 10.000 τόνοι θα ήταν απλό παρθένο και βιομηχανικό λάδι. Από τους 80.000 τόνους εξαιρετικού παρθένου, περίπου 10.000 θα ήταν βιολογικό. Η δε εκτιμώμενη αξία αυτής της προβλεπόμενης παραγωγής θα ανερχόταν τουλάχιστον στα 255-260 εκατ. ευρώ, αν υπολόγιζε κανείς μέτριες τιμές πώλησης για τον παραγωγό.

Δυστυχώς, η πορεία της συγκομιδής μάς έχει ήδη δώσει τη δυνατότητα να εκτιμήσουμε με ασφάλεια πώς θα κλείσει αυτή η περίοδος. Επειδή δεν προσφέρει τίποτα η κινδυνολογία, μπορεί κανείς με αισιόδοξες εκτιμήσεις να παρουσιάσει τα αποτελέσματα της φετινής συγκομιδής, που ολοκληρώνεται σύντομα. Η συνολική παραγωγή ελαιολάδου εκτιμάται ότι θα κλείσει στους 55.000 τόνους, πράγμα που σημαίνει μια απώλεια περίπου 35.000 τόνων σε ποσότητα (καρπόπτωση λόγω σήψης).

Από τους 55.000 τόνους, μόνο οι 18.000 τόνοι θα πληρούν τις προϋποθέσεις του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου (οξύτητας κάτω του 0,8%). Από τους 18.000 τόνους, το βιολογικό εξαιρετικό παρθένο μετά βίας θα φτάσει τους 2.500 τόνους. Όλη η υπόλοιπη ποσότητα του κρητικού ελαιολάδου φέτος, περίπου 34.500 τόνοι, θα είναι απλό παρθένο και βιομηχανικό ελαιόλαδο. Η δε νομισματική αξία της παραγωγής αυτής εκτιμάται περίπου στα 120 εκατ. ευρώ.

Απώλειες για το μέλλον και για τη διακίνηση του προϊόντος

Ένα πρώτο ζήτημα, εύλογα, είναι η άμεση οικονομική ζημιά για τους ελαιοπαραγωγούς και για την οικονομία της Κρήτης, η οποία ανέρχεται στα 135 εκατ. ευρώ, για ένα νησί των περίπου 670.000 κατοίκων.

Οι απώλειες, όμως, δεν περιορίζονται στο εισόδημα του μέσου αγρότη του νησιού, αλλά αντίθετα αφορούν το μέλλον του προϊόντος, τη διακίνησή του και τους καταναλωτές του. Η φετινή καταστροφή, που οφείλεται στην επέλαση του δάκου και στη δράση διάφορων μυκητολογικών ασθενειών, είναι κάτι που δεν μπορεί και δεν πρέπει να επαναληφθεί. Θα περιμέναμε από τους θεσμικά υπεύθυνους να δώσουν τις απαιτούμενες διαβεβαιώσεις ότι δεν θα ξαναέρθουμε αντιμέτωποι με αυτή την κατάσταση. Διότι, σε άλλη περίπτωση, θα οδηγηθούμε με μαθηματική ακρίβεια στην υπερκατανάλωση δηλητηρίων για την οικονομική μας επιβίωση.

Αναχρονιστικοί οι ψεκασμοί κάλυψης στην εποχή των αυξημένων ποιοτικών απαιτήσεων

Η εντατικοποίηση ψεκασμών πλήρους διαβροχής –όπως ονομάζονται οι ψεκασμοί κάλυψης του δέντρου– με εντομοκτόνα συνεπάγεται την καλλιεργητική οπισθοδρόμηση, σε μια εποχή που οι αγορές τροφίμων αυξάνουν τις ποιοτικές τους απαιτήσεις και συστηματικά αυστηροποιούν τους ελέγχους τους. Ο ποιοτικός υποβιβασμός του κρητικού ελαιολάδου με επιπλέον επιβάρυνσή του από φυτοφάρμακα, θα έχει δυσμενή αποτελέσματα, άμεσα και μακροπρόθεσμα.

Δεν χρειάζεται να πάει κανείς πολύ μακριά, δεν χρειάζεται να συζητήσουμε για παραγωγή βιολογικού ελαιόλαδου με τέτοιες συνθήκες. Ήδη, οι πιστοποιήσεις ΠΟΠ (Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης) και ΠΓΕ (Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη) ανέκαθεν απαγόρευαν την πρακτική των ψεκασμών καλύψεων. Ο φόβος απώλειας των πιστοποιήσεων αυτών, που αφορούν το μεγαλύτερο ποσοστό του συμβατικού εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου της Κρήτης, είναι ορατός. Η δε προοπτική επέκτασης της βιολογικής καλλιέργειας φαντάζει σχεδόν χωρίς περιεχόμενο.

Με τη διαμόρφωση ενός τέτοιου ζοφερού τοπίου στην παραγωγή, στις απολαβές, στις προοπτικές του επαγγέλματος του αγρότη, η ενασχόληση με το επάγγελμα αυτό μοιάζει μια λανθασμένη επιλογή. Νέοι που βρίσκονται μόλις λίγα χρόνια στον χώρο, αλλά και άλλοι που σκέφτονται να εγκατασταθούν στα χωριά και να ζήσουν από την καλλιέργεια της ελιάς θα σπεύσουν προς την αναζήτηση μιας άλλης λύσης. Για την εθνική οικονομία, βέβαια, οι απώλειες μετριούνται τόσο ως προς τους μη καταβληθέντες φόρους, όσο και ως προς την απώλεια των χρημάτων που ποτέ δεν θα φτάσουν στην πραγματική οικονομία. Μάλιστα, τα χρήματα αυτά θα ήταν εισαγόμενα στην Ελλάδα, από την εξαγωγή του προϊόντος.

Μονόδρομος για την Κρήτη η ορθή εφαρμογή των δολωματικών ψεκασμών

Η παραπάνω καταστροφή δεν οφείλεται μόνο σε αστάθμητους παράγοντες της φύσης. Οι αρμόδιοι υπουργοί και υφυπουργοί, ο περιφερειάρχης και το επιτελείο του, ο δήμαρχος της κάθε περιοχής και οι αρμόδιοι υπάλληλοί του επιδεικνύουν μια καταστροφική ολιγωρία τα τελευταία χρόνια, όσον αφορά την ορθή εφαρμογή των δολωματικών ψεκασμών. Αντιθέτως, ο δάκος είναι ο μόνος που δουλεύει συστηματικά και με συνέπεια, προσβάλλοντας τον ελαιόκαρπο. Οι μελέτες και η πράξη ιστορικά έχουν αποδείξει ότι ο δρόμος για την αντιμετώπισή του δάκου, χωρίς την ταυτόχρονη καταστροφή του προϊόντος από τα χημικά, είναι η σωστή εφαρμογή
των δολωματικών ψεκασμών.

Ύστερα από τα παραπάνω, ποιος θα απαντήσει στα εύλογα ερωτήματα των ελαιοπαραγωγών;

1. Γιατί καρποί χωρίς εμφανή δακοπροσβολή παράγουν υψηλής οξύτητας ελαιόλαδο, ενώ τηρούνται όλες οι ορθές πρακτικές από τους αγρότες και τους ελαιοτριβείς;

2. Πώς μπορεί να επιβιώσει η βιολογική καλλιέργεια του προϊόντος σε ένα περιβάλλον γεμάτο δακοπληθυσμούς;

3. Τι απαντούν οι αρμόδιοι (περιφέρεια και δήμοι) για το ενδεχόμενο βεβιασμένης μετατροπής της Κρήτης σε «δηλητηριασμένο» νησί, ενώ θα έπρεπε να στοχεύει να κηρυχθεί «οικολογικό»;

4. Τι σκοπό εξυπηρετεί, τελικά, η Αγροδιατροφική Σύμπραξη Κρήτης και το σήμα που αυτή χορηγεί για τα κρητικά προϊόντα; Τι ποιότητας προϊόν θα πιστοποιεί, άραγε, τα επόμενα χρόνια;

5. Μήπως είναι η ώρα να επανασχεδιάσουμε και να επικαιροποιήσουμε, σύμφωνα με τα νέα κλιματολογικά δεδομένα, την εφαρμογή δολωματικών ψεκασμών ή μήπως οι αρμόδιοι προτιμούν την αποστροφή και απόρριψη του κρητικού ελαιολάδου από τις διεθνείς αγορές, λόγω αυξημένης περιεκτικότητάς του σε φυτοφάρμακα;

-Διαφήμιση-