EU CAP NETWORK: Σημαντική η πρόοδος στην ΕΕ ως προς την υιοθέτηση βιολογικών πρακτικών

Η υιοθέτηση βιολογικών πρακτικών στην ΕΕ, καταγράφει σημαντική πρόοδο στο πλαίσιο της κοινοτικής στήριξης, με θετικά αποτελέσματα σε ότι αφορά το περιβάλλον, το κλίμα και τις αγροτικές κοινότητες παρατηρεί το Ευρωπαϊκό Δίκτυο για την ΚΑΠ, κατά τη σχετική έκθεση αξιολόγησης, που δημοσίευσε πρόσφατα. Εντοπίζονται, όμως, και σημαντικές ανισότητες κατά την εφαρμογή των μέτρων στήριξης αλλά και σε ότι αφορά τη χρηματοδότηση.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει το Δίκτυο, η στήριξη της βιολογικής γεωργίας μέσω των Προγραμμάτων Αγροτικής Ανάπτυξης (RDPs) είχε πολλαπλά θετικά αποτελέσματα. Ταυτόχρονα, όμως, η εφαρμογή τους χαρακτηρίζεται από ανισότητες, με την οικονομική βιωσιμότητα να εξαρτάται από επιδοτήσεις, ενώ η ζήτηση των καταναλωτών δεν ακολουθεί πάντα την παραγωγή.
Για να επιτευχθεί ο ευρωπαϊκός στόχος του 25% βιολογικής γης μέχρι το 2030 και να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη, απαιτείται βελτιστοποίηση των σχεδίων στήριξης, στόχευση περιοχών υψηλού οικολογικού κινδύνου, ευέλικτα κριτήρια συμμετοχής, ενίσχυση της ενημέρωσης των καταναλωτών καθώς και μακροχρόνια δέσμευση των αγροτών στη βιολογική πρακτική, επισημαίνει το Δίκτυο στα συμπεράσματα της αξιολόγησης. Υπογραμμίζει δε ότι η βιολογική γεωργία μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας βιώσιμης, ανθεκτικής και κοινωνικά υπεύθυνης γεωργίας στην Ευρώπη, εφόσον υποστηριχθεί και εφαρμοστεί με στρατηγική και συνεκτικότητα.
Το πλαίσιο
Η στήριξη της βιολογικής γεωργίας αποτελεί μέρος της ΚΑΠ από το 1999 με την Agenda 2000, με τα Προγράμματα Αγροτικής Ανάπτυξης να ενσωματώνουν ειδικά μέτρα για πληρωμές μετατροπής και διατήρησης. Η έκταση της βιολογικής γεωργίας, που έλαβε ειδική στήριξη, αυξήθηκε σημαντικά την περίοδο 2015–2022, με περίπου 82% του βιολογικού εδάφους να λαμβάνει χρηματοδότηση της ΚΑΠ το 2022.
Ωστόσο, έκθεση του 2024 από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο υπογραμμίζει την ανάγκη για μεγαλύτερη συνοχή στις πολιτικές της ΕΕ και των κρατών μελών για τον τομέα, ώστε να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της στήριξης και να εξασφαλιστούν οι περιβαλλοντικές ωφέλειες. Επισημαίνεται, επίσης, η έλλειψη αξιόπιστων και ολοκληρωμένων δεδομένων για την αξιολόγηση του αντίκτυπου και συνιστάται συνεργασία μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών για βελτίωση της συλλογής δεδομένων και χρήση αναλυτικότερων δεικτών για πληρέστερη αξιολόγηση των επιπτώσεων των πολιτικών στήριξης.
Η στήριξη της ΚΑΠ στη βιολογική γεωργία: Στόχοι και αποτελέσματα
Κατά την περίοδο 2014-2020, τα Προγράμματα Αγροτικής Ανάπτυξης συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας. Σύμφωνα με τις αξιολογήσεις, είχαν θετικό αντίκτυπο σε πολλά κράτη μέλη, με αύξηση τόσο της έκτασης υπό βιολογική διαχείριση όσο και του αριθμού των αγροτών, που συμμετείχαν σε αυτά. Ενδεικτικά, στην Ιταλία, η περιφέρεια της Εμίλια-Ρομάνα υποστήριξε το 83% της βιολογικής της γης, καλύπτοντας το 14% των καλλιεργούμενων εκτάσεων, ενώ στην περιφέρεια Μάρκε η βιολογική γη αυξήθηκε από 4,2% σε 25,4% μεταξύ 2016-2020. Στη Λομβαρδία η βιολογική γεωργία κάλυψε σχεδόν το 25% της καλλιεργήσιμης έκτασης, ενώ η Σαρδηνία έμεινε πίσω με μόλις 10%. Στη Γερμανία, το Σάαρλαντ ανέφερε 18% βιολογική γη, με στόχο το 25% έως το 2025, ενώ στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία και το Σλέσβιχ-Χολστάιν οι βιολογικές εκτάσεις αυξήθηκαν κατά 37% και 100%, αντίστοιχα, μέχρι το 2020.
Παρά τα εντυπωσιακά αυτά αποτελέσματα, η εφαρμογή τους δεν ήταν ομοιόμορφη καθώς, σε περιοχές όπως η Λα Ριόχα στην Ισπανία, μόνο το 55% της βιολογικής γης έλαβε στήριξη μέσω των προγραμμάτων, υπογραμμίζοντας ότι ένα σημαντικό τμήμα της βιολογικής γεωργίας λειτουργεί χωρίς άμεση οικονομική ενίσχυση.
Δομή των βιολογικών εκμεταλλεύσεων και χαρακτηριστικά αγροτών
Οι βιολογικές εκμεταλλεύσεις στην Ευρώπη παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία σε μέγεθος και τύπο. Στη Λιθουανία, οι μικρότερες εκμεταλλεύσεις ήταν κυρίαρχες ανάμεσα στους δικαιούχους, με το 90% να λαμβάνει το 60% της συνολικής χρηματοδότησης. Στη Σουηδία, η μέση έκταση ανά βιολογικό αγρότη αυξήθηκε από 534 στρέμματα το 2013 σε 651 στρέμματα το 2017, ενώ το 75% των αγροτών λειτουργούσε σε λιγότερο ευνοημένες περιοχές. Στο Σλέσβιχ-Χολστάιν της Γερμανίας, οι εκμεταλλεύσεις που επέλεξαν τη βιολογική γεωργία ήταν συνήθως λιγότερο παραγωγικές ή εντατικά καλλιεργούμενες, υποδεικνύοντας ότι η βιολογική γεωργία λειτουργεί ως βιώσιμη εναλλακτική λύση για περιοχές με περιορισμένους φυσικούς πόρους.
Η υποστήριξη μέσω των RDPs είχε, επίσης, θετικό αντίκτυπο στην προσέλκυση νέων αγροτών. Στο Μάρκε της Ιταλίας, το 81% των «νεοϊδρυθέντων» εκμεταλλεύσεων υιοθέτησε βιολογικές πρακτικές, ενώ στο Λάτσιο το 36,4% των νέων αγροτών κάτω των 40 επέλεξε βιολογική μετατροπή, ποσοστά σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο. Στην Εσθονία, η αναλογία οικονομικά βιώσιμων βιολογικών παραγωγών αυξήθηκε από 40% το 2019 σε 47% το 2020, γεγονός που δείχνει ότι η στήριξη βοήθησε στη διατήρηση και ανάπτυξη του τομέα.
Περιβαλλοντικά οφέλη και βιοποικιλότητα
Η βιολογική γεωργία προάγει πρακτικές φιλικές προς τη βιοποικιλότητα. Σε Φινλανδία και Σάαρλαντ, οι βιολογικές καλλιέργειες αύξησαν σημαντικά τη βιοποικιλότητα σε αρόσιμες εκτάσεις, ξεπερνώντας ακόμη και τα αποτελέσματα μέτρων όπως οι ανοιξιάτικες καλλιέργειες και οι ζώνες λουλουδιών. Η απαγόρευση ή η μείωση της χρήσης συνθετικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων βελτίωσε τη βιοποικιλότητα σε έδαφος, φυτά και έντομα. Η ποικιλία στις καλλιέργειες και η εισαγωγή οσπρίων αύξησαν την ποικιλία των φυτών και τη δομή της βιοτόπου. Η διατήρηση των μόνιμων χορτολιβαδικών εκτάσεων επίσης προάγει τη βιοποικιλότητα, ενώ τα στοιχεία τοπίου, οι ζώνες λουλουδιών και οι ζώνες προστασίας ενίσχυσαν πληθυσμούς μελισσών και άλλων επικονιαστών.
Η αποτελεσματικότητα, βέβαια, εξαρτάται από τον σχεδιασμό των προγραμμάτων. Για παράδειγμα στη Λετονία, οι αυστηρές προϋποθέσεις συμμετοχής ώθησαν κάποιους αγρότες σε εντατικότερη διαχείριση προστατευόμενων λιβαδιών, μειώνοντας τα πιθανά οικολογικά οφέλη. Αντίστοιχα, στο Βρανδεμβούργο της Γερμανίας, οι αγρότες που λάμβαναν επιδοτήσεις μέσω των προγραμμάτων, δεν χρειάστηκε να αφήνουν μέρος της γης ακαλλιέργητο για τα οικολογικά μέτρα, περιορίζοντας έτσι τη συνολική συνεισφορά τους στη βιοποικιλότητα.
Οφέλη για φυσικούς πόρους: Νερό, αέρα και έδαφος
Οι αξιολογήσεις σε Γερμανία, Ιταλία και Λιθουανία δείχνουν ότι η βιολογική γεωργία μειώνει σημαντικά τη χρήση θρεπτικών ουσιών και τη ρύπανση υδάτων, ενώ βελτιώνει την οργανική ουσία και τη δομή του εδάφους. Στην Απουλία (Ιταλία), η βιολογική γεωργία μείωσε τα φορτία αζώτου κατά 35% σε σύγκριση με το συμβατικό πλαίσιο. Στη Λετονία, η υποστήριξη της βιολογικής γεωργίας αναδείχθηκε ως η πιο σημαντική για τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων, αν και η στόχευση σε περιοχές υψηλού κινδύνου θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τα αποτελέσματα.
Παράλληλα, η μείωση ή απαγόρευση των συνθετικών λιπασμάτων και η χαμηλότερη πυκνότητα πληθυσμών ζώων οδήγησαν σε σημαντική μείωση εκπομπών αμμωνίας, όπως καταγράφηκε στο Μάρκε (370 τόνους ανά έτος) και στη Λιθουανία (3,69 kt μεταξύ 2015-2020). Η προστασία του εδάφους βελτιώθηκε μέσω πρακτικών όπως η καλλιέργεια οσπρίων, η διατήρηση χειμερινής βλάστησης και η αύξηση των αποθεμάτων άνθρακα, με αύξηση κατά 41,6 χιλ. τόνους στη Λιθουανία και σημαντική βελτίωση των αποθεμάτων σε Λομβαρδία και άλλες περιοχές της Ιταλίας.
Κλιματικά οφέλη
Η βιολογική γεωργία συμβάλλει στη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μέσω της αποφυγής συνθετικών λιπασμάτων και της αύξησης της δέσμευσης άνθρακα στο έδαφος. Στην Αυστρία, οι μειώσεις ανήλθαν σε 144,1 kt CO2e (2014-2020), στην Ιταλία 16.652 και 9.836 τόνους CO2e ετησίως, ενώ στη Λιθουανία η συνολική μείωση ήταν 433,58 kt CO2e.
Οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις
Η οικονομική βιωσιμότητα των βιολογικών εκμεταλλεύσεων εξαρτάται από τις επιδοτήσεις. Στην Εσθονία, χωρίς οικονομική στήριξη, όλες οι επιλογές παραγωγής θα ήταν ζημιογόνες, επισημαίνεται. Η στήριξη συμβάλλει, επίσης, στην ενίσχυση της απασχόλησης, τη διαφοροποίηση δραστηριοτήτων, την προσέλκυση νέων αγροτών και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Στη Σουηδία, οι βιολογικές εκμεταλλεύσεις συνεργάζονται με τοπικές επιχειρήσεις επεξεργασίας και πωλούν απευθείας στους καταναλωτές, ενισχύοντας την τοπική οικονομία.
Ωστόσο, η ζήτηση καταναλωτών υστερεί της παραγωγής. Ενδεικτικά στην Ισπανία, τα βιολογικά προϊόντα αντιπροσωπεύουν μόλις 2,48% της συνολικής κατανάλωσης τροφίμων, ενώ οι τιμές συχνά παρουσιάζουν υψηλή μεταβλητότητα. Η ενημέρωση των καταναλωτών για τα οφέλη της βιολογικής γεωργίας και τη σύνδεση της επιλογής τους με τη μείωση χημικών εισροών θεωρείται κρίσιμη για τη διεύρυνση της αγοράς.









