Οι τοπικές ποικιλίες «θησαυροί» της γης των Σερρών

Στις Σέρρες, μια περιοχή που παραδοσιακά δεν καταγράφεται στους μεγάλους ελαιοκομικούς χάρτες της χώρας, τα τελευταία χρόνια οι ντόπιοι παραγωγοί στρέφουν το ενδιαφέρον τους στις τοπικές ποικιλίες. Πρόκειται για τη Λευκοελιά, που πήρε το όνομά της από το χρώμα του καρπού, που αργεί να μαυρίσει, την Πετροελιά, γνωστή για την αντοχή της σε ψυχρό περιβάλλον, και την Αρβανιτοελιά, ποικιλίες που έρχονται στο προσκήνιο χάρη στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και την προσαρμοστικότητά τους στο μικροκλίμα της Βόρειας Ελλάδας.
Η Λευκοελιά Σερρών είναι η γνωστή τοπική ποικιλία ελιάς της περιοχής, επίσης γνωστή ως Πετρολιά ή Ασπρολιά. Πρόκειται για μεσόκαρπη ποικιλία που χρησιμοποιείται για μικτή κατανάλωση, τόσο για ελαιοποίηση όσο και για επιτραπέζια χρήση. Αν και δεν καταγράφεται στον Εθνικό Κατάλογο του 1995, αναγνωρίζεται επίσημα από το Ινστιτούτο Υποτροπικών Φυτών και Ελαίας Χανίων.
Όσον αφορά την Πετροελιά Σερρών, υπάρχουν αναφορές ότι ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια από τους μοναχούς της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες. Η ονομασία της οφείλεται στο πετρώδες έδαφος όπου φυτεύτηκε, όπως επισημαίνει ο Ανέστης Αρβανιτίδης, ιδιοκτήτης του ελαιοτριβείου Πατρικίου, ο οποίος ηγείται της προσπάθειας για ανάδειξη των τοπικών ποικιλιών. Ο ίδιος μιλά για μια «επιστροφή στις ρίζες», που μπορεί να δώσει νέα ώθηση στον πρωτογενή τομέα του νομού.
«Φιλοσοφία μας είναι η ανάδειξη των δικών μας ποικιλιών»
Ο κ. Αρβανιτίδης υπογραμμίζει ότι η στρατηγική του ελαιοτριβείου δεν βασίζεται σε εισαγόμενες ή δημοφιλείς ποικιλίες, αλλά σε εκείνες που γεννήθηκαν και εξελίχθηκαν στο σερραϊκό τοπίο: «Κύριο μέλημά μας είναι η προώθηση των τοπικών ποικιλιών που ταιριάζουν στο μικροκλίμα της περιοχής. Είναι ανθεκτικές στον παγετό, με εξαιρετικά χαρακτηριστικά και πολύ καλές αποδόσεις σε ελαιόλαδο».
Η Πετροελιά διακρίνεται για τον μεγάλο καρπό της, τη γεύση που συνδυάζει γλυκύτητα και ελαφριά πικράδα, καθώς και για το έντονα φρουτώδες ελαιόλαδο της, πλούσιο σε αντιοξειδωτικά. Μπορεί να καταναλωθεί και ως επιτραπέζια ελιά αλλά και να ελαιοποιηθεί. Όπως επισημαίνει ο κ. Αρβανιτίδης: «Το λάδι της είναι πολύ ιδιαίτερο, με πλούσια αρώματα και έντονη γεύση. Εάν ελαιοποιηθεί νωρίς και σωστά, ανεβάζει τις πολυφαινόλες και τα περισσότερα δείγματα παίρνουν σήμα ισχυρισμού υγείας». Σήμερα, η Πετροελιά θεωρείται «γαστρονομικός θησαυρός» με δυνατότητες διεθνούς προβολής.
Η Αρβανιτοελιά Σερρών, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι παραγωγική και ζωηρή ποικιλία, που προσαρμόζεται σε φτωχά εδάφη και δύσκολες κλιματικές συνθήκες, αντέχει στο ψύχος και είναι κατάλληλη για περιοχές με υψόμετρο. Στα γόνιμα και αρδευόμενα εδάφη, ένα δέντρο ηλικίας άνω των 12 ετών μπορεί να αποδώσει πάνω από 100 κιλά καρπού.
Νέα προοπτική
Οι ντόπιες ποικιλίες δεν αποτελούν απλώς μέρος της τοπικής αγροτικής κληρονομιάς, αλλά μπορούν να γίνουν ισχυρό αναπτυξιακό εργαλείο. Η ανθεκτικότητά τους, η προσαρμοστικότητά τους και η υψηλή ποιότητα του ελαιόλαδου τους δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία τοπικής ταυτότητας προϊόντος, αλλά και για συνεργασίες παραγωγών – ελαιοτριβείων – ερευνητικών ιδρυμάτων.
Ήδη από πέρυσι, σε συνεργασία με το Επιμελητήριο Σερρών, έχουν ξεκινήσει προσπάθειες για την ένταξη της Πετροελιάς στον Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών και για το πρόγραμμα Προϊόντων Γεωγραφικής Ένδειξης. «Τη ζητούν για την προστιθέμενη αξία της. Εύχομαι μέσα στην επόμενη πενταετία να έχουμε καλή ποσότητα, για να τη δοκιμάσει όλη η Ελλάδα. Από το 2012 κάνω πειραματική ελαιοποίηση γιατί την πιστεύω. Ήδη συνεργάζομαι με 4-5 παραγωγούς, και βγάζουμε μονοποικιλιακό λάδι», καταλήγει ο κ. Αρβανιτίδης.









