Το ρεβίθι ως υποσχόμενη καλλιέργεια

γράφει ο Φώτιος Θ. Γραβάνης Γεωπόνος - Ομότιμος Καθηγητής ΤΕΙ Θεσσαλίας

revithi-fito
-Διαφήμιση-
Delegate

Το ρεβίθι (Cicer arietinum), ως φυτό, ανήκει στη βοτανική οικογένεια των ψυχανθών, η οποία περιλαμβάνει:

  • Σανοδοτικά Κτηνοτροφικά Φυτά (μηδική, βίκος, τριφύλλια κ.ά).
  • Καρποδοτικά Κτηνοτροφικά Φυτά (σόγια, ρεβίθι, ρόβη κ.ά.)
  • Όσπρια για τη διατροφή του ανθρώπου (φασόλια, φακή, ρεβίθι, σόγια, λαθούρι κ.ά.).

Η καλλιέργεια των ψυχανθών, γενικώς, έχει τεράστια σημασία στη διατήρηση της αειφορίας στο αγρο-οικοσύστημα. Στις ρίζες τους σχηματίζονται φυμάτια (ογκίδια) τα οποία συμβιώνουν με βακτήρια του Γένους Rhizobium. Δια των φυματίων δεσμεύουν το ευρισκόμενο σε περίσσεια ατμοσφαιρικό άζωτο. Επομένως, τα ψυχανθή δεν απαιτούν αζωτούχο λίπανση. Επιπλέον, για την επόμενη των ψυχανθών καλλιέργεια, απομένει στο έδαφος σημαντική ποσότητα αζώτου. Με τη διαδικασία της αζωτοδέσμευσης, εξοικονομούνται τεράστια ποσά ενέργειας (αν λάβει κανείς υπόψη ότι η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων είναι από τις πλέον ενεργοβόρες διαδικασίες). Με την ένταξη των ψυχανθών σε ένα σύστημα αμειψισποράς, μειώνονται οι ενεργειακές εισροές, κατατείνοντας σε περισσότερο αειφόρα συστήματα γεωργικής εκμετάλλευσης. Με την έννοια αυτή, τα ψυχανθή μπορεί να χαρακτηριστούν «ενεργειακά» φυτά, όχι λόγω δυνατότητας παραγωγής ενέργειας, αλλά λόγω της εξοικονόμησης.

Τα ρεβίθια συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον και των παραγωγών, αλλά και των καταναλωτών. Η στρεμματική έκταση καλλιέργειας των ρεβιθιών αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί φέτος, σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή.

-Διαφήμιση-

Το Ινστιτούτο Κτηνοτροφικών Φυτών & Οσπρίων της Λάρισας έχει παράξει πολλές ποικιλίες ρεβιθιού (εγγεγραμμένες στον Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών), χαρακτηριζόμενες από το μέγεθος του σπόρου σε:

– Μικρόσπερμες (βάρος 1.000 σπόρων μέχρι 320 g), χρησιμοποιούμενες ως ζωοτροφή, όπως οι ποικιλίες Σέριφος και Άνδρος.

– Μεσόσπερμες (βάρος 1.000 σπόρων 320 – 360 g), για ανθρώπινη κατανάλωση, όπως οι ποικιλίες Γαύδος και Αμοργός.

– Μεγαλόσπερμες (βάρος 1.000 σπόρων πάνω από 450 g), για ανθρώπινη κατανάλωση, όπως οι ποικιλίες Θήβα και Κερύνεια.

Από αγρονομικής πλευράς, το ρεβίθι είναι το πλέον ανθεκτικό όσπριο στην ξηρασία, καλλιεργούμενο σε ποικιλία ακόμη και φτωχών εδαφών. Δεν αντέχει την υπερβολική υγρασία. Αποτελεί μία σπουδαία ξηρική καλλιέργεια, λοιπόν.

Ενδείκνυται για φθινοπωρινή σπορά, εφόσον η θερμοκρασία του χειμώνα δεν είναι κατώτερη των -8 oC. Άλλως, η σπορά γίνεται τον Φεβρουάριο μέχρι και τα μέσα Μαρτίου. Σπέρνεται με μηχανές σποράς σιτηρών ή γραμμικά, με πνευματικές μηχανές.

Δεν απαιτεί λίπανση, εκτός ίσως με φωσφόρο (εφόσον δεν υπάρχει στο έδαφος). Συγκομίζεται με θεριζοαλωνιστικές μηχανές σιτηρών ή ειδικές μηχανές συγκομιδής οσπρίων (με πιο μικρό σε μέγεθος «μαχαίρι»).

Το μεγαλύτερο πρόβλημα (και ίσως το μοναδικό) για την καλλιέργεια του ρεβιθιού είναι η μυκητολογική ασθένεια ασκοχύτωση. Ο μύκητας που την προκαλεί (Ascochyta rabiei) προσβάλλει μόνον τα ρεβίθια και όχι άλλα είδη ψυχανθών. Στον αγρό, η ασθένεια εκδηλώνεται κατά «κηλίδες», από ομάδες φυτών με μαρασμό και σπασμένα νεκρά στελέχη. Όταν υπάρξει αυτή η εικόνα, ήδη η καλλιέργεια έχει υποστεί σημαντική ζημία, μέχρι και πλήρη καταστροφή. Το παθογόνο επιβιώνει:

– Στον μολυσμένο πόρο, από τον οποίο προκύπτουν μολυσμένα φυτά.

– Στα φυτικά υπολείμματα, τα οποία τρίβονται, μετά το πέρας της καλλιέργειας, για διάστημα μέχρι και 24 μήνες. Τα μολύσματα στα φυτικά υπολείμματα μεταφέρονται μέχρι και χιλιόμετρα μακριά, κυρίως με τον αέρα. Αγροί με τρίμματα υπολειμμάτων καλλιέργειας θα πρέπει να θεωρούνται πηγές παρουσίας και εν συνεχεία μεταφοράς μολυσμάτων, ακόμη και αν δεν είχε διαπιστωθεί ασκοχύτωση στον συγκεκριμένο αγρό κατά την προηγούμενη καλλιεργητική περίοδο.

– Σε μολυσμένα φυτά-εθελοντές.

Η μόλυνση των φυτών από ασκοχύτωση πραγματοποιείται σε μεγάλο εύρος θερμοκρασίας και κυρίως μεταξύ 16-20 °C, ενώ η ένταση της ασθένειας αυξάνεται με την αύξηση της σχετικής υγρασίας.

Για την αντιμετώπιση της ασθένειας συνιστώνται:

  • Τριετής αμειψισπορά με κτηνοτροφικά χειμερινά ψυχανθή ή άλλα όσπρια.
  • Καταστροφή των υπολειμμάτων της καλλιέργειας.
  • Σπορά πιστοποιημένου και υγιούς σπόρου.
  • Σπορά ανθεκτικών ποικιλιών.
  • Όψιμη σπορά (τέλος Φεβρουαρίου) ευπαθών ποικιλιών ρεβιθιού.
  • Χημικές επεμβάσεις (απαραίτητες στις ευπαθείς ποικιλίες) πριν από την άνθηση.

Πρέπει να επισημανθεί ότι οι μεγαλόσπερμες ποικιλίες ρεβιθιού είναι ευπαθείς στην ασκοχύτωση και απαιτούν διενέργεια 2-3 ψεκασμών. Αντίθετα, οι μικρόσπερμες ποικιλίες κτηνοτροφικού ρεβιθιού είναι ανθεκτικές στην ασθένεια. Από τις μεσόσπερμες, η μεν Γαύδος είναι λιγότερο ευπαθής στην ασκοχύτωση, η δε Αμοργός έχει γόνο ανθεκτικότητας στην ασθένεια και δεν απαιτούνται ψεκασμοί, κάτι που την καθιστά μοναδική για βιολογική καλλιέργεια.

Δυστυχώς, έχει επεκταθεί η καλλιέργεια εισαγόμενων, μη εγκεκριμένων, απιστοποίητων μεγαλόσπερμων «ποικιλιών», δεδομένου ότι δεν είναι εγκεκριμένες ποικιλίες αλλά πληθυσμοί, κυρίως μεξικανικής προέλευσης, που είναι εξαιρετικά ευπαθείς στην ασκοχύτωση. Σε σχετική Υπουργική Απόφαση, με θέμα «Καθορισμός προωθούμενων ειδών, ποικιλιών οσπριοειδών και κτηνοτροφικών φυτών της οικογένειας των ψυχανθών» τονίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «Είναι σημαντική η αποφυγή της καλλιέργειας μη πιστοποιημένου γενετικού υλικού. Ιδιαίτερα στα μεγαλόσπερμα ρεβίθια, παρατηρείται η καλλιέργεια και εμπορία ξένων ποικιλιών, που εισάγονται ως όσπρια για κατανάλωση. Η άγνοια της φυτοϋγειονομικής κατάστασης τέτοιων σπόρων και η μεγάλη ευαισθησία τους σε διάφορες ασθένειες δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην ανάπτυξη της καλλιέργειας των ψυχανθών στη χώρα».

Με την καλλιέργεια ντόπιων πιστοποιημένων ποικιλιών ρεβιθιού θα καλυφθεί το έλλειμμα κατανάλωσης στη χώρα μας (ποσοστό άνω του 60% εισάγονται), ενώ παρέχεται η δυνατότητα εξαγωγής, κυρίως σε ευρωπαϊκές χώρές.