Σταθερή η τιμή της ελιάς ποικιλίας Καλαμών στη Φθιώτιδα

Ένα προϊόν χωρίς ταυτότητα, αλλά με όπλο την ποιότητα, επιβιώνει στις αγορές

Σταθερή η τιμή της ελιάς ποικιλίας Καλαμών στη Φθιώτιδα

Κάθε χρόνο στην ευρύτερη περιοχή της Φθιώτιδας φυτεύονται εκατοντάδες στρέμματα με ελιές ποικιλίας Καλαμών. Η επιλογή αυτή έχει ως αποτέλεσμα τον εκτοπισμό άλλων καλλιεργειών (βαμβακιού, κηπευτικών κ.ά.) ακόμη και άλλων ποικιλιών ελιάς (Άμφισσας).

Συνομιλήσαμε μέσω της «ΥΧ» με τον παραγωγό Παρασκευά Μπακάρα από τις Λιβανάτες Λοκρίδας για την πορεία και την προοπτική του προϊόντος και μας είπε τα εξής: «Τα τελευταία χρόνια, η ποικιλία δεν έχει παρουσιάσει μεγάλες διακυμάνσεις στις τιμές και αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι παραγωγοί να την επιλέγουν. Ανάλογα με το μέγεθος, η αξία της ελιάς κυμαίνεται από 1,20 έως και 2 ευρώ για πρόσφατες εμπορικές πράξεις με προϊόν περσινής παραγωγής. Συγκρίνοντας αυτές τις τιμές με τη φετινή της πράσινης ελιάς Άμφισσας, η οποία κυμαίνεται από 0,40 έως 0,60 ευρώ το κιλό, αμέσως αντιλαμβανόμαστε την ουσιαστική της υπεροχή. Η αξιοποίηση και η χρήση νέων τεχνολογιών έχουν αυξήσει τις στρεμματικές αποδόσεις και έχουν αναβαθμίσει την ποιότητα, δίνοντας προστιθέμενη αξία στο παραγόμενο προϊόν. Μπορεί οι παραγωγοί να εμφανίζονται ικανοποιημένοι με την τωρινή οικονομική απόδοση της ποικιλίας, αλλά δεν πρέπει να εφησυχάζουν. Η ελιά, παρά τα πολύ υψηλά ποιοτικά της χαρακτηριστικά, δεν έχει ΠΟΠ ή ΠΓΕ, παρά μόνο στη Μεσσηνία. Στην ουσία, δηλαδή, είναι ένα προϊόν χωρίς ταυτότητα. Τυχόν επέκταση της πιστοποίησης στην περιοχή μας θα ενισχύσει την παρουσία του προϊόντος μας στις αγορές του εξωτερικού και θα του δώσει έτσι προοπτική. Αποτελεί πάγιο αίτημά μας εδώ και χρόνια, αλλά όλες οι προτάσεις μας πέφτουν στο κενό».

Στο σημαντικό πρόβλημα που ανέφερε ο κ. Μπακάρας πρέπει να προστεθεί και η απουσία συλλογικών σχημάτων για την προβολή και προώθηση του προϊόντος στις αγορές. Ο μέσος γεωργικός κλήρος αντιστοιχεί περίπου στα 50 στρέμματα, με μεγάλο πολυτεμαχισμό και αυξημένο κόστος παραγωγής. Είναι αναγκαία, λοιπόν, η δημιουργία ομάδων παραγωγών, οι οποίες θα πρέπει να δραστηριοποιηθούν περισσότερο προς την κατεύθυνση των αγορών του εξωτερικού.