Το Σχέδιο δράσης για το βαμβάκι της Ημαθίας

vamvaki-imathia-ekdilosi
-Διαφήμιση-
Delegate

Ενημερωτική συνάντηση για τη σκοπιμότητα σύστασης και οργάνωσης ομάδας παραγωγών βάμβακος, αλλά και ενημέρωση για την αύξηση της ποιότητας και της εμπορικής αξίας του προϊόντος πραγματοποιήθηκε στο Πλατύ Ημαθίας, με τη συμμετοχή του μεγαλύτερου πληθυσμού βαμβακοπαραγωγών της περιοχής.

Ειδικότερα, έγινε ενημέρωση για την υλοποίηση πολυετούς σχεδίου δράσης της Κοινοπραξίας Αγροτών Βαμβακοπαραγωγών Αλεξάνδρειας, με τίτλο «Παραγωγή τυποποιημένων προϊόντων σταθερής ποιότητας και ποσότητας με μειωμένες εισροές μέσω συλλογικών σχημάτων», και την ανάγκη συμμετοχής των βαμβακοπαραγωγών. Στόχος του σχεδίου είναι μέσα από συγκεκριμένη διοικητική μορφή να δημιουργηθεί ένα μοντέλο οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας, που θα περιλαμβάνει την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στη διαχείριση της καλλιέργειας και το οποίο θα δώσει την απαιτούμενη πιστοποίηση και ταυτότητα στο παραγόμενο βαμβάκι. Επικεφαλής του εγχειρήματος είναι το Εθνικό Κέντρο Ποιότητας και Ταξινόμησης Ποιότητας Βάμβακος και ο Δρ. Μοχάμεντ Νταράουσε, σε συνεργασία με τις τεχνολογικές δομές της εταιρείας NEUROPUBLIC, που ειδικεύεται στην ανάπτυξη ολοκληρωμένων πληροφοριακών συστημάτων και εφαρμογών υψηλών απαιτήσεων.

Τεχνολογίες αιχμής

Όπως σημείωσε ο διευθυντής της Κοινοπραξίας Συνεταιρισμών Ομάδων Παραγωγών Νομού Ημαθίας και εκλεγμένο μέλος του ΔΣ της Εθνικής Διεπαγγελματικής Βάμβακος, Στέφανος Νταούκας, τα επόμενα τρία χρόνια, με τη συνδρομή των τεχνολογικών δυνατοτήτων και υπηρεσιών της NEUROPUBLIC, θα γίνεται συνεχής εξέταση και παρακολούθηση των καλλιεργητικών πρακτικών και θα δίνονται κλιματολογικά και εδαφολογικά δεδομένα σε αγροτεμάχια της περιοχής, που θα αποσκοπούν στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων και στον προσδιορισμό των μελλοντικών καλλιεργητικών μεθόδων.

Αποτελέσματα

-Διαφήμιση-

Ως πρώτο βήμα του σχεδίου, παρουσιάστηκαν από τον Δρ. Νταράουσε τα αποτελέσματα καταγραφής της καλλιεργητικής πρακτικής εκκόκκισης και, στη συνέχεια, ταξινόμησης δειγμάτων σύσπορου βαμβακιού από 50 αγροτεμάχια της περιοχής.

Οι αρχικές και ανεπίσημες παρατηρήσεις, για τα γενικά χαρακτηριστικά των δειγμάτων από ορισμένες ποικιλίες, καταγράφουν υψηλό micronaire. Δηλαδή, παράγεται χοντρή ίνα, που μπορεί να οφείλεται στην ποικιλία κατά το μεγαλύτερο ποσοστό, ή στην τοποθεσία, και μικρότερο μήκος ίνας, κάτω από 28cm, που επηρεάζεται τόσο από τη διαχείριση της καλλιέργειας, όσο και από την ποικιλία. Επίσης, καταγράφηκαν μεγάλες διακυμάνσεις στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ίδιων ποικιλιών από περιοχή σε περιοχή.

«Εάν συνδυαστεί η γεωργία ακριβείας μαζί με την ποιότητα του βαμβακιού, θα υπάρχει διπλό κέρδος»
«Εάν συνδυαστεί η γεωργία ακριβείας μαζί με την ποιότητα του βαμβακιού, θα υπάρχει διπλό κέρδος»

Όλα τα παραπάνω, όπως τονίστηκε, έχουν ως αποτέλεσμα την κατώτερη ποιότητα και το μικρότερο κέρδος για τον παραγωγό. Το θετικό είναι ότι όλα τα χαρακτηριστικά μπορούν να βελτιωθούν με την ορθή διαχείριση, τη χρήση γεωργίας ακριβείας και την ορθή επιλογή ποικιλιών. Σημειώθηκε, πάντως, ότι για τη διεξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων απαιτείται επαναληψιμότητα των ελέγχων και συγκριτικά αποτελέσματα με άλλες χρονιές. Στη συνάντηση παρουσιάστηκαν, επίσης, από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Πατρών, Άγγελο Πατάκα, τα αποτελέσματα του μοντέλου γεωργίας ακριβείας, που εφαρμόστηκε σε αγροτεμάχια δύο περιοχών του Έβρου και της Θεσσαλίας σχετικά με την αύξηση της ποιότητας και ποσότητας του παραγόμενου βαμβακιού.

Υποχρεωτική η σύσταση ομάδας παραγωγών

Ο διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Ποιότητας και Ταξινόμησης Ποιότητας Βάμβακος μίλησε στην «Ύπαιθρο Χώρα» για την ανάγκη δημιουργίας ομάδων παραγωγών ως εναλλακτικού μοντέλου παραγωγής, η οποία, όπως είπε, θα έχει άμεσα και ορατά οφέλη στην αύξηση της ποσότητας και της ποιότητας του βαμβακιού, με βάση τις ανάγκες της αγοράς, αλλά και τη δυνατότητα το προϊόν να αποκτήσει ταυτότητα, καλύτερη αξία χρήσης, ώστε να ενταχθεί σε πρότυπα πιστοποίησης. Μίλησε, ακόμη, για την ανάγκη των αγροτών να παρακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις στην παραγωγή βαμβακιού και των αγορών, αλλά και να ενημερώνονται για τις δυνατότητες που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες για τη διαχείριση της καλλιέργειας. «Εδώ και 40 χρόνια εφαρμόζουμε τα ίδια συστήματα που δεν συνάδουν με τις παγκόσμιες εξελίξεις και τα κλιματικά δεδομένα. Εάν συνδυαστεί η γεωργία ακριβείας μαζί με την ποιότητα του βαμβακιού, θα υπάρχει διπλό κέρδος», επισήμανε ο κ. Νταράουσε. Αναφορικά με την ποιότητα του βαμβακιού, σημείωσε πως έως τα τέλη της δεκαετίας του ’90 ήταν πολύ καλύτερη, επειδή υπήρχαν λίγες διαθέσιμες ποικιλίες (7), ενώ σήμερα λόγω του μεγάλου αριθμού των ποικιλιών (120) και της χρήσης τους υπάρχει υποβάθμιση της ποιότητας. Ακόμη ένας παράγοντας είναι η ανάμειξη διαφορετικών ποιοτήτων, από άποψη γεωγραφικής προέλευσης, που δυσκολεύει την τυποποίηση του προϊόντος.

Όπως ανέφερε, για την αντιστροφή του αρνητικού κλίματος απαιτείται, μεταξύ άλλων, ένα εθνικό σχέδιο για την αξιοποίηση των ποικιλιών και καλή συνεργασία μεταξύ των παραγωγών, των εκκοκκιστών και όλων των εμπλεκομένων. «Γίνονται προσπάθειες για να ξεπεραστούν όλα αυτά τα προβλήματα και το Εθνικό Κέντρο διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε όλη αυτήν προσπάθεια που κάνει η Διεπαγγελματική Οργάνωση Βάμβακος μέσα από ερευνητικά προγράμματα για να παρακολουθούμε ποια είναι η ποιότητα του βαμβακιού σε κάθε δέμα που παράγεται στα εργοστάσια, όπως και οι ποικιλίες που σποροπαράγονται στην Ελλάδα», είπε ο κ. Νταράουσε, προσθέτοντας πως είναι σημαντικά διαφορετικά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά στις τέσσερις βαμβακοπαραγωγικές περιοχές της χώρας, με την καλύτερη ποιότητα να παράγεται στη Θεσσαλία και δευτερευόντως στην Κεντρική Μακεδονία.

Σύμφωνα με τον ίδιο, στην Ελλάδα παράγουμε πλέον χοντρή ίνα, με τον μέσο όρο να έχει αυξηθεί κατά μισή μονάδα και το micronaire να διαμορφώνεται στο 4,7, όπως στην περίπτωση της Θράκης και της Στερεάς Ελλάδας.