Αγροδιατροφική Σύμπραξη ετοιμάζει η ΠΑΜ-Θ

Διαρκώς αυξανόμενη βαίνει η τουριστική κίνηση στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης τους θερινούς μήνες, με τουρίστες από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Σερβία, τη Τουρκία, τη Ρωσία, τη Γερμανία και πολλές άλλες χώρες. Ο αντιπεριφερειάρχης Τουρισμού, Κωνσταντίνος Αντωνιάδης, θεωρεί πολύ σημαντική την προώθηση των αγροτικών προϊόντων της ΠΑΜ-Θ στους τουρίστες και παραπέμπει στην πρωτοβουλία του αείμνηστου περιφερειάρχη Γιώργου Παυλίδη, για τη διοργάνωση της 1ης Θρακομακεδονικής Συνέργειας, που σκοπό είχε τη σύνδεση του αγροδιατροφικού τομέα με τις επιχειρήσεις εστίασης, καθώς επίσης την ενδυνάμωση της περιφερειακής καταναλωτικής συνείδησης. «Βασική επιδίωξή της ήταν να γνωριστούν μεταξύ τους οι παραγωγικοί τομείς για να συνδιαμορφώσουν πλάνο συνεργασίας και να γίνουν πρεσβευτές της θρακομακεδονικής κουζίνας. Στόχος ήταν η πραγματική στήριξη των εξαίρετων τοπικών προϊόντων, των αγροτικών κτηνοτροφικών και μεταποιημένων τροφίμων και ποτών, των τοπικών επιχειρήσεων για την ανάπτυξη της περιφερειακής οικονομίας». Σημειώνει ότι στην τελευταία Συνέργεια (3η) ανταποκρίθηκαν τοπικές επιχειρήσεις όλης της περιφέρειας και έγιναν 60 συνεργασίες μεταξύ επιχειρήσεων του παραγωγικού τομέα και επιχειρήσεων πώλησης προϊόντων κι εστίασης.

«Στόχος του νέου περιφερειάρχη είναι η Αγροδιατροφική Σύμπραξη, μια εταιρεία αστική, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να υπάρξει πιστοποίηση των αγροτικών προϊόντων. Θα αναλάβει να καταγράψει, να ομαδοποιήσει και να προωθήσει τα τοπικά μας προϊόντα στις αγορές του εξωτερικού». Ως προς το ζητούμενο, που είναι να συνδεθούν τα τοπικά προϊόντα με τους εστιάτορες και τους ξενοδόχους, ο κ. Αντωνιάδης υποστηρίζει ότι απαιτείται χρόνος, ενώ υπάρχουν και προβλήματα που σχετίζονται με την ποσότητα των ντόπιων προϊόντων, αλλά και ανταγωνισμός σε επίπεδο τιμών.

Αυθεντικές βιωματικές εμπειρίες μέσω της γαστρονομίας της Κεντρικής Μακεδονίας

Το πλούσιο καλάθι αγροτικών προϊόντων της Κεντρικής Μακεδονίας βρίσκεται, εδώ και αρκετό καιρό, στο επίκεντρο των σχεδίων δράσης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

Η σύσταση της Αγροδιατροφικής Σύμπραξης, η θεσμοθέτηση της Μακεδονικής Κουζίνας, που παρουσιάστηκε πριν από περίπου δύο μήνες και η θεσμοθέτηση του Μακεδονικού Σήματος Ποιότητας στα προϊόντα που παράγονται εντός των ορίων της περιοχής, αποτελούν μέρος του στρατηγικού σχεδίου της, με στόχο την ενίσχυση και ανάδειξη της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής –και δη της παραγωγής τροφίμων– και κυρίως της σύνδεσης του πρωτογενούς τομέα με τον τουρισμό. Έτσι, η γαστρονομία, τοπικές γεύσεις και συνταγές, και ο συγκερασμός της με την παράδοση και κουλτούρα της κάθε περιοχής, γίνονται οι άξονες προώθησης του τουριστικού προϊόντος και τα εργαλεία ανάπτυξης του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα.

Όπως επισημαίνει ο αντιπεριφερειάρχης Τουρισμού και Πολιτισμού της ΠΚΜ, Αλέξανδρος Θάνος, στο σύνολο του τουριστικού προϊόντος της ΠΚΜ θα υπάρχει και η ειδική κατηγορία της Μακεδονικής Κουζίνας και, σε συνεργασία με τον αντιπεριφερειάρχη Αγροτικής Ανάπτυξης, στον οποίο ανήκει η παραπάνω ενότητα, θα διαμορφωθούν άξονες προβολής της τοπικής γαστρονομίας και της προώθησης των αγροτικών προϊόντων που θα συνεισφέρουν στην εξωστρέφεια της κάθε περιοχής. «Ξεφεύγουμε από τη λογική της μαζικότητας του τουρισμού, που στην Ελλάδα σημαίνει αυξημένες τιμές και κακή ποιότητα, την εποχική και ευκαιριακή αντιμετώπιση του πολυσύνθετου αυτού ζητήματος που είναι ασύνδετο με την υπόλοιπη οικονομία μας και αντιστρέφουμε αυτήν την εικόνα, δημιουργώντας μια αυθεντική γεύση, μια βιωματική προσέγγιση του τουριστικού προϊόντος, η οποία συνδέεται με τον μύθο, την τοπική παράδοση και κουλτούρα».

Η Περιφέρεια Θεσσαλίας επενδύει στον γαστρονομικό τουρισμό

Μια μορφή τουρισμού στην οποία έχει επενδύσει πολλά η Περιφέρεια Θεσσαλίας –και φαίνεται να αποδίδει– είναι αυτή της γαστρονομίας, καθώς με στοχευμένες κινήσεις έχει καταφέρει να πλασάρει, εκτός από τις φυσικές ομορφιές της, και τα ποιοτικά της αγροτικά προϊόντα.

Η τουριστική φυσιογνωμία της Θεσσαλίας περιλαμβάνει κυρίως μικρές ξενοδοχειακές μονάδες, ξενώνες και τουριστικά καταλύματα (ενοικιαζόμενα δωμάτια) και αυτό εξυπηρετεί τον γαστρονομικό τουρισμό. Απουσιάζοντας οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, στις οποίες εφαρμόζονται πολιτικές all inclusive, όπου η ποιότητα των τροφίμων περνάει σε δεύτερη μοίρα, η συνεργασία τοπικών συνεταιρισμών (γυναικείων, αγροτικών ή ομάδων παραγωγών) με τουριστικές μονάδες είναι αρκετά επικερδής για όλους.

Δυστυχώς, σε κεντρικό επίπεδο φαίνεται να μην υπάρχει ένα στοχευμένο σχέδιο, με αποτέλεσμα η κάθε περιφέρεια να κινείται αυτόνομα.

Όσον αφορά στις στοχευμένες ενέργειες της Περιφέρειας Θεσσαλίας, αυτές επικεντρώνονται κυρίως στα πολλά τουριστικά καταλύματα που διαθέτει η περιοχή. Σύμφωνα με τον αρμόδιο Αντιπεριφερειάρχη, Θανάση Παιδή, «με τις επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν κουζίνα και εστιατόριο, έχουμε συμφωνήσει να δημιουργήσουμε από κοινού (και σε συνεργασία με Συνεταιρισμούς) το καλάθι των θεσσαλικών προϊόντων, το οποίο θα προσφέρεται συσκευασμένο καθημερινά στα δωμάτια των επισκεπτών, έτοιμο προς κατανάλωση. Το ψωμί και γενικά τα αρτοπαρασκευάσματα, το μέλι, το γάλα, το γιαούρτι, οι πίτες και τα φρέσκα φρούτα θα αποτελέσουν τον βασικό κορμό του καλαθιού, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται και θα εμπλουτίζεται ανά περιοχή, με έμφαση στην τοπική κουζίνα και τα παραδοσιακά προϊόντα κάθε τόπου».

Δίκτυα συνεργασίας μεταξύ των περιφερειών θέλει η Πελοπόννησος

Σύμφωνα με την αντιπεριφερειάρχη Πελοποννήσου, Ντίνα Νικολάκου, κατά το παρελθόν έγιναν αρκετές προσπάθειες, όπως η Ελληνική Κουζίνα, αλλά και αξιοποίηση προγραμμάτων Leader σε αυτή τη κατεύθυνση. Δυστυχώς, παρά τη σωστή στόχευση, όλα ήταν χωρίς συνέχεια και αποτέλεσαν αποσπασματικές δράσεις διαφορετικών υπουργείων.

Η ολοκλήρωση και υλοποίηση των προγραμμάτων καθυστερεί πολλές φορές λόγω έλλειψης συγκεκριμένου θεσμικού πλαισίου από το κεντρικό κράτος. «Η Περιφέρεια Πελοποννήσου συνθέτει μια win-win στρατηγική στους δύο τομείς, ώστε ο τουρισμός μας να προωθεί τα τοπικά μας προϊόντα (καθιέρωση πελοποννησιακής κουζίνας, πελοποννησιακό πρωινό- κέρασμα, βιτρίνες με τοπικά προϊόντα στα ξενοδοχεία κ.ά.) και αντίστοιχα τα προϊόντα μας να διαφημίζουν τον προορισμό (διαφήμιση του προορισμού στις ετικέτες των συσκευασιών κ.ά.). Αντίστοιχα, οι επιχειρήσεις που θα χρησιμοποιούν τοπικά προϊόντα και τοπική γαστρονομία είναι αυτές που θα προωθούμε στο εξωτερικό, με πολλά σημαντικά οφέλη για αυτές. Ως Περιφερειακή Αρχή, σε κάθε δράση εξωστρέφειας προβάλλουμε πάντοτε μαζί τον προορισμό και τα τοπικά μας προϊόντα και την γαστρονομία, και, αντίστροφα, στις εκθέσεις προϊόντων, προβάλλουμε τον προορισμό. Επίσης, επιδιώκουμε τοπικά σύμφωνα μεταξύ παραγωγών και επιχειρηματιών τουρισμού, ώστε με καλύτερες τιμές να προμηθεύουν τις τοπικές μας επιχειρήσεις φιλοξενίας και εστίασης. Αυτή η προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί, να ενισχυθεί από τις αιρετές περιφέρειες και μέσω των νέων προγραμμάτων έξυπνης εξειδίκευσης να συνδεθούν με καινοτόμες δράσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ως αιρετές περιφέρειες, επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε και δίκτυα μεταξύ μας για την προώθηση κοινών γαστρονομικών διαδρομών, να δημιουργήσουμε μια Ελλάδα της ποιότητας», τονίζει.

Γαλάζιες σημαίες χωρίς τη ρουμελιώτικη κουζίνα

Φέτος, η περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας μπορεί να υπερηφανεύεται ότι έχει καθαρές θάλασσες, καθώς κατέχει 21 γαλάζιες σημαίες. Χιλιάδες, λοιπόν, τουρίστες φαίνεται να προτιμούν την περιοχή για τις διακοπές τους. Ελάχιστοι όμως από αυτούς θα έχουν τη δυνατότητα να γευθούν την αυθεντική ρουμελιώτικη κουζίνα. Οι τοπικές αρχές και οι τοπικοί τουριστικοί και αγροτικοί παράγοντες δεν επένδυσαν στα ιδιαίτερα γευστικά χαρακτηριστικά των αγροτικών προϊόντων της ρουμελιώτικης γης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν τα Τοπικά Σύμφωνα Ποιότητας, τα οποία θα μπορούσαν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της περιοχής. Δυστυχώς, στην περιφέρεια επικρατεί ακόμη η λογική της μοναχικής επιχειρηματικότητας. Ο θεματικός αντιπεριφεριάρχης Τουρισμού της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, Γιάννης Κοτζιάς, περιγράφει την κατάσταση και εξηγεί τον ρόλο που μπορεί να παίξει η Αγροδιατροφική Σύμπραξη:

«Για ολόκληρες δεκαετίες δεν υπήρξε σοβαρός σχεδιασμός που να διαμορφώνει το κατάλληλο περιβάλλον, πάνω στο οποίο θα αναπτυχθεί η γεωργία και ο τουρισμός. Ίσως να μην είχαμε αντιληφθεί και την αναγκαιότητα των καιρών, ώστε να κάνουμε τα επόμενα βήματα. Η περιφέρειά μας έχει τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης σε όλες σχεδόν τις περιοχές. Αν ο πρωτογενής τομέας παραγωγής συνεργαστεί με τον τουρισμό, μέσα από ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξης, μπορεί να φέρει εξαιρετικά αποτελέσματα. Είμαστε όμως μακριά από τους στόχους μας και για να τους πετύχουμε θα πρέπει να το πιστέψουμε όλοι, διότι δεν είναι υπόθεση μερικών ατόμων. Οι τοπικές επιχειρήσεις του αγροτικού τομέα, της μεταποίησης και του τουρισμού θα πρέπει να συνυπογράψουν ένα πρωτόκολλο ποιότητας και συνεργασίας. Προς αυτή την κατεύθυνση κινούμαστε και μέσω της Αγροδιατροφικής Σύμπραξης, προσπαθώντας να ενισχύσουμε το καλάθι της περιφέρειάς μας».

Εθνικό brand name θέλει η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας

Δυστυχώς μέχρι και σήμερα, το πολιτικό μας σύστημα δεν έχει καταφέρει να φέρει σε επαφή το παραγόμενο προϊόν της κάθε περιοχής με τον τουρισμό. Όπως υπογραμμίζει ο αντιπεριφερειάρχης Περιφερειακής Ανάπτυξης και Επιχειρηματικότητας, Κώστας Καρπέτας, ο τουρισμός αντιμετωπίζεται από την κεντρική εξουσία με αποσπασματικό τρόπο, χωρίς να υπάρχει μια συνολική τουριστική πολιτική. «Δεν υπάρχει εθνικό brand name για τα προϊόντα μας. Ως χώρα δεν έχουμε ένα εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο. Απουσιάζει μια σωστά στοχευμένη στρατηγική για την τουριστική ανάπτυξη της χώρας σε εθνικό επίπεδο», τονίζει χαρακτηριστικά.

Με δεδομένη την ανυπαρξία εθνικής τουριστικής πολιτικής, η περιφέρεια, σε συνεργασία με τον Σύνδεσμο Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, έχει υπογράψει προγραμματική σύμβαση για το έργο «Σχεδιασμός και εφαρμογή δράσεων τουριστικής προβολής της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας».

Κομβικό σημείο αποτελεί η σύνδεση του τουρισμού και της γεωργίας, μέσω των ιδιαίτερων τοπικών χαρακτηριστικών και των ιδιαίτερων τοπικών αγροδιατροφικών προϊόντων. Προς αυτή την κατεύθυνση έχει συσταθεί η Αγροδιατροφική Σύμπραξη της περιφέρειας, όπου επιχειρείται, μεταξύ άλλων, η ταυτοποίηση της ποιοτικής διαφοροποίησης ενός προϊόντος με τα πολιτισμικά και γεωφυσικά χαρακτηριστικά της περιοχής που το παράγει.

Γράφουν: Αφροδίτη Χρυσοχόου, Γιάννης Σάρρος, Γιώργος Ρούστας, Νικολλέτα Τζώρτζη, Γιώργος Αργυρίου, Μαρία Αμπατζή