Στη φάση της ωρίμανσης εισέρχεται σταδιακά ο κλάδος των θερμοκηπιακών καλλιεργειών στη χώρα μας, καθώς η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών αλλά και η εισροή σημαντικών κεφαλαίων από παραδοσιακούς και μη παίκτες του χώρου αλλάζουν το τοπίο σε μια δραστηριότητα που μοιάζει να έχει όλα τα φόντα να εξελιχθεί στο ισχυρό χαρτί της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής.

Oι προοπτικές, οι προκλήσεις αλλά και οι σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες που ανοίγονται στο συγκεκριμένο πεδίο παρουσιάζονται σε μελέτη που εκπόνησε για λογιαριασμό της ολλανδικής πρεσβείας στην Αθήνα, σε συνεργασία με την Kantor, η γνωστή εταιρεία συμβούλων DKG Consulting, η οποία βρίσκεται πίσω από πολλά επιτυχημένα θερμοκηπιακά πρότζεκτ στον ελλαδικό χώρο. Αν και η μελέτη ολοκληρώθηκε στα τέλη του 2015, πρόκειται για την πλέον ολοκληρωμένη αποτύπωση των εξελίξεων στον κλάδο τα τελευταία χρόνια, από την οποία προκύπτουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Το πλέον αξιοσημείωτο έχει να κάνει με τους ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης των υπερρσύγχρονων θερμοκηπιακών μονάδων νέας γενιάς («State of the Art», όπως αναφέρονται χαρακτηριστικά στη μελέτη). Πρόκειται για μεγάλες και κοστοβόρες μονάδες, που λειτουργούν ως επιχειρήσεις εντάσεως κεφαλαίου και ενσωματώνoυν προηγμένες μεθόδους καλλιέργειας όπως η υδροπονία, ενώ παράλληλα ποντάρουν σε μορφές ενέργειας όπως η γεωθερμία. Οι πρώτες επενδύσεις αυτού του είδους πραγματοποιήθηκαν, όπως σημειώνεται στη μελέτη, το 2007, αμέσως μετά δηλαδή από την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας (2006).

Η κορύφωση, ωστόσο, του επενδυτικού ενδιαφέροντος, όπως αναφέρει στην «ΥΧ» ο Χρήστος Κατσάνος, πρόεδρος της DKG Consulting, ήρθε την τελευταία πενταετία, στη διάρκεια της οποίας ακόμα και επιχειρήσεις που μέχρι πρότινος δεν είχαν καμία σχέση με την πρωτογενή παραγωγή, αποφάσισαν να μπουν δυναμικά στο παιχνίδι. «Μιλάμε για μια κατηγορία θερμοκηπίων όπου έχουν επενδυθεί πολλά χρήματα, η καλλιέργεια πραγματοποιείται υδροπονικά, ενώ τα παραγόμενα προϊόντα είναι επώνυμα και πιστοποιημένα», τονίζει ο κ. Κατσάνος. «Υπό αυτή την έννοια, ξεχωρίζουν από τις άλλες μονάδες που έχουν να κάνουν απλά με την έννοια της κάλυψης», προσθέτει.

Οι μεγάλοι παίκτες

Τα περισσότερα συγκροτήματα της κατηγορίας αυτής είναι συγκεντρωμένα στη Βόρεια και Βορειοανατολική Ελλάδα, όπου στον όμιλο ΙΤΑ («Πιπεριές Δράμας») προστέθηκαν σταδιακά η Wonderplant, οι επενδύσεις του ομίλου Ευθυμιάδη (Lucia), τα Θερμοκήπια Σαββίδη (Dramello Fresh) και το κοινό πρότζεκτ των Πλαστικά Θράκης και Έλαστρον («Κήπος της Θράκης»). Σημειωτέον ότι στα σκαριά βρίσκεται μια ακόμα επένδυση του ομίλου Ευθυμιάδη στο γεωθερμικό πεδίο της Κεσάνης, ενώ στο Νέστο η γερμανική Selecta-One έχει βάλει μπρος την υδροπονική παραγωγή καλλωπιστικών φυτών.

thermokipio-ependiseisΝοτιότερα, βρίσκουμε στην Πελοπόννησο την εταιρεία Γεωργική Ανάπτυξη, τα θερμοκήπια της ΑΓΑΝ, καθώς και την πρώτη υδροπονική μονάδα για φράουλες του Θανάση Τσάχαλου κοντά στη Μανωλάδα. Στην Ιεράπετρα Κρήτης συνταντάμε τις σύγχρονες θερμοκηπιακές εγκαταστάσεις του Αντώνη Ταμπάκη και των αδερφών Χατζάκη, ενώ ειδική μνεία αξίζει στο καινοτόμο πρότζεκτ, από το οποίο προέκυψε το πρώτο στην Ελλάδα ντοματάκι στη μορφή σνακ, το γνωστό μας Tomaccini.

Ανεβάζουν στροφές οι αποδόσεις

Οι μεγάλες σύγχρονες μονάδες αναμφίβολα έπαιξαν το ρόλο τους στην επέκταση των θερμοκηπιακών καλλιεργειών στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, στο διάστημα 2010-2014, οι θερμοκηπιακές εκτάσεις αυξήθηκαν από 40.937 σε 50.122 στρέμματα, καταγράφοντας έναν ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 0,46%, μικρό μεν αλλά διόλου ευκαταφρόνητο αν λάβει κανείς υπόψη του ότι στο ίδιο διάστημα οι συνολικές εκτάσεις με κηπευτικά στη χώρα μας μειώθηκαν από 1,11 εκατ. σε 940.499 στρέμματα.

Πέρα από την ποσοτική αύξηση, εξίσου σημαντική είναι η αναβάθμιση σε επίπεδο τεχνογνωσίας. Ενδεικτικά, σε ένα από τα μεγάλα (τα λεγόμενα «100άρια») θερμοκήπια της Δράμας, έχουν επιτευχθεί αποδόσεις της τάξης των 77-78 τόνων/στρέμμα, εφάμιλλες δηλαδή, αν όχι ανώτερες, από εκείνες αντίστοιχων ξένων μονάδων.

Οι 5 παράγοντες που προσελκύουν τους επενδυτές

Κωδικοποιώντας τους λόγους για τους οποίους εκτιμάται ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον στην υδροπονία θα κορυφωθεί μέσα στα επόμενα χρόνια η μελέτη υπογραμμίζει τα εξής:

-Τα χαμηλά λειτουργικά κόστη, σε συνδυασμό με την ισχυρή εσωτερική ζήτηση, δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την περαιτέρω ανάπτυξη θερμοκηπιακών μονάδων τελευταίας τεχνολογίας

-Η καλλιέργεια κηπευτικών μπορεί να αυξηθεί και να μετατοπιστεί στην κατεύθυνση μιας πιο σταθερής και ομοιογενούς παραγωγής, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της ελληνικής εσωτερικής αγοράς και, με αυτόν τον τρόπο, να καλύψει το υφιστάμενο κενό στη ζήτηση

-Η αυξημένη καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου παραγωγή κηπευτικών, με υψηλά ποιοτικά χαρακτηριστικά μπορεί να δώσει ώθηση στις εξαγωγές και να βάλει τις βάσεις για μια στοχευμένη εξαγωγική στρατηγική για τα αγροτικά προϊόντα

-Η οικονομική αδυναμία της Ελλάδας καθιστά ιδιαίτερα πιθανό οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της χώρας να τύχουν χρηματοδοτικής στήριξης και ενίσχυσης από τους αρμόδιους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Γράφουν: Γιάννης Τσατσάκης