Θετικά κινείται η παραγωγή των σιτηρών στην ΕΕ,
σε μικρή μείωση οδεύουν οι ελαιούχοι

Κριθάρι και σιτάρια κρατούν την ελληνική παραγωγή

της Μαρίας Αντωνίου

Η παγκόσμια παραγωγή σιτηρών την περίοδο 2019-2020 εκτιμάται στους 2.708 εκατομμύρια τόνους, σύμφωνα με τις αναθεωρημένες εκτιμήσεις του Σεπτεμβρίου του FAO, σημειώνοντας αύξηση κατά 2,1% σε σύγκριση με πέρυσι. Η αύξηση οφείλεται στην αναθεώρηση των όγκων του καλαμποκιού προς τα πάνω σε Βραζιλία και ΗΠΑ.

Τα παραπάνω έρχονται να αντισταθμίσουν τη νεότερη μειωμένη εκτίμηση για την παγκόσμια παραγωγή σιταριού, η οποία αναμένεται να φτάσει τους 767 εκατομμύρια τόνους, αυξημένη κατά περίπου 5% από πέρυσι. Η καλλιέργεια αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα στη Ρωσία, λόγω των καιρικών συνθηκών, ενώ και στην ΕΕ δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τον καιρό. Οι παραγωγές της Κίνας και των ΗΠΑ αντισταθμίζουν μόνο εν μέρει τις παραπάνω απώλειες. Σε ό,τι αφορά τα παγκόσμια αποθέματα σιτηρών, αυτά στο τέλος του 2020 εκτιμώνται στους 847 εκατ. τόνους, μειωμένα κατά περίπου 1,8% από πέρυσι. Αντίθετα, αύξηση των αποθεμάτων σιταριού κατά 2,2% των περσινών αναμένει ο Διεθνής Οργανισμός.

Πτωτική αναμένεται και για το 2019/2020 η παγκόσμια παραγωγή σόγιας, αφού οι καλύτερες προβλέψεις της Βραζιλίας αντισταθμίζονται από τις απώλειες των ΗΠΑ.

Ανάκαμψη κατά 7% της ευρωπαϊκής παραγωγής σιτηρών

Η ευρωπαϊκή παραγωγή σιτηρών για την περίοδο 2019/2020 αναμένεται να ανακάμψει από τα περσινά χαμηλά επίπεδα, κατά περίπου 7%, αγγίζοντας τους 311 εκατ. τόνους, εάν διατηρηθούν ευνοϊκές για τις καλλιέργειες καιρικές συνθήκες. Αύξηση αναμένεται για την παραγωγή μαλακού σιταριού κατά περίπου 11,3%, λόγω της βελτίωσης των αποδόσεων, αλλά και την αύξηση των εκτάσεων κατά περίπου 2,3%. Αντίθετα, μειωμένες κατά 9,6% εκτιμώνται οι εκτάσεις σκληρού σίτου που καλλιεργούνται στην ΕΕ των 28, γεγονός που αναμένεται να οδηγήσει την παραγωγή στους 7,4 εκατ. τόνους, εμφανίζοντας μείωση κατά 12,7%. Με σχεδόν σταθερές τις εκτάσεις, η βελτίωση των αποδόσεων εκτιμάται ότι θα φέρει αυξημένη παραγωγή κριθαριού για το σύνολο της ΕΕ, κατά 9,7% έναντι της περσινής, ενώ η αύξηση κατά περίπου 3% στις καλλιεργούμενες εκτάσεις σίκαλης αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση κατά 24,1% από πέρυσι. Στη βρόμη, παρά τα λιγότερα κατά 4,4% στρέμματα που σπάρθηκαν, οι βελτιωμένες αποδόσεις εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν σε μία παραγωγή αυξημένη κατά 5,5% της περσινής.

Και στα πρωτεϊνούχα, για την περίοδο 2019/2020, αναμένεται ανάκαμψη από τα περσινά χαμηλά επίπεδα, αφού η φετινή παραγωγή εκτιμάται ότι θα αγγίξει τους 5,1 εκατ. τόνους.

-Διαφήμιση-
Corteva agriculture

 

Άστατες οι σπορές ελαιοκράμβης

Από την άλλη, περαιτέρω μείωση εκτιμάται για την ευρωπαϊκή παραγωγή ελαιούχων σπόρων, η οποία αναμένεται να κινηθεί στους 30,8 εκατ. τόνους, έναντι των περσινών 32,9 εκατ. τόνων. Περιορισμό των εκτάσεων δείχνουν τόσο η καλλιέργεια ελαιοκράμβης, κατά σχεδόν 18% από πέρυσι, όσο και της σόγιας κατά 4,3%.

Οι ελαφρώς βελτιωμένες αποδόσεις δεν διορθώνουν τον όγκο της παραγωγής για την ελαιοκράμβη, ο οποίος υπολογίζεται μειωμένος κατά 13%, με τη χρονιά που τρέχει να χαρακτηρίζεται ως η χειρότερη των τελευταίων 13 ετών. Ωστόσο, όπως σχολιάζουν αναλυτές, την επόμενη καλλιεργητική περίοδο αναμένεται ανάκαμψη σε ό,τι αφορά τους δύο μεγάλους παίκτες, Γαλλία και Γερμανία, όπου εκτιμάται ότι θα σπαρθούν περισσότερα στρέμματα, εάν βέβαια το επιτρέψει ο καιρός.

Αντίθετα, για τη σόγια η βελτίωση των αποδόσεων αναμένεται να οδηγήσει την παραγωγή σε υψηλότερα επίπεδα κατά 3,4%. Ανοδικά κινούνται οι εκτάσεις με ηλίανθο, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 4,8% από πέρυσι, αυξάνοντας τους όγκους παραγωγής κατά 3,3%.

Αύξηση παραγωγής σε μαλακό και σκληρό για την Ελλάδα βλέπει η Κομισιόν

Για τη χώρα μας, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν έως και τα μέσα Σεπτεμβρίου, εκτιμάται αύξηση εκτάσεων, αλλά και παραγωγής για την περίοδο 2019/2020 σε σκληρό και μαλακό σιτάρι, με το πρώτο να καταλαμβάνει περίπου 3 εκατ. στρέμματα και το δεύτερο περίπου 1,2 εκατ. στρέμματα, αυξημένα κατά 3% και 4,31% αντίστοιχα. Με την παράλληλη βελτίωση των αποδόσεων, οι ποσότητες που εκτιμάται ότι θα συγκομιστούν είναι αυξημένες κατά 13% και 29% αντίστοιχα των περσινών. Παρά την ελαφρά μείωση των καλλιεργούμενων στρεμμάτων, αύξηση βλέπει η Κομισιόν για την ελληνική παραγωγή κριθαριού κατά 3,91% της περσινής. Με σαφώς μικρότερες εκτάσεις ακολουθούν βρόμη και σίκαλη, με την πρώτη να αναμένει μικρότερη παραγωγή της περσινής κατά 19% και αύξηση για τη δεύτερη κατά 4,5%.

Με τα παραπάνω δεδομένα αναμένεται να πορευτούν στις φθινοπωρινές σπορές τους οι Έλληνες παραγωγοί κατά το επόμενο διάστημα. Στο αφιέρωμα που ακολουθεί αναλύονται οι τάσεις που θα κυριαρχήσουν στον φετινό τους προγραμματισμό, αναλόγως και των συνθηκών που διαμορφώνονται στην κάθε καλλιέργεια, αλλά και τις συνθήκες αγοράς των προϊόντων. Παράλληλα, φιλοξενούνται συμβουλές για την κατάλληλη προετοιμασία των χωραφιών, καθώς και βέλτιστες πρακτικές κατά την καλλιέργεια.

 

Περιμένοντας τα πρωτοβρόχια

Οι τιμές και ο καιρός καθορίζουν τις τελικές αποφάσεις

του Γιάννη Σάρρου

Μέσα από ένα δύσκολο περιβάλλον για την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο, οι αγρότες καλούνται να πάρουν τις τελικές αποφάσεις για τις φθινοπωρινές σπορές που θα ακολουθήσουν το επόμενο διάστημα. Οι καιρικές συνθήκες, οι τιμές των αγροτικών προϊόντων, η ασκούμενη αγροτική πολιτική, όπως επίσης και το κόστος παραγωγής, αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που θα διαμορφώσουν και τις τελικές αποφάσεις των παραγωγών. Το σιτάρι (σκληρό και μαλακό), το κριθάρι και δευτερευόντως η σίκαλη και η βρόμη αποτελούν τα βασικά είδη των αγρωστωδών φυτών που θα καλλιεργηθούν την τρέχουσα περίοδο.

Στην κατηγορία των ψυχανθών, πρωταγωνιστές αναμένεται να είναι ο βίκος, η μηδική, διάφορα είδη τριφυλλιού, το κτηνοτροφικό μπιζέλι και φυσικά από τα βρώσιμα το ρεβίθι. Για την κατηγορία των ελαιούχων σπόρων, η ελαιοκράμβη αρχίζει να εδραιώνεται στις περιοχές όπου καλλιεργείται, εμφανίζει όμως άμεση εξάρτηση από τις συνεργασίες με τις εταιρείες σπορελαίων.

Τα παραπάνω είδη αποτελούν τις βασικές επιλογές των παραγωγών για την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο. Οι τελικές αποφάσεις, όμως, εξαρτώνται άμεσα από τις εαρινές καλλιέργειες και το σύνολο των αγροτών προγραμματίζει από τώρα την επόμενη φάση της παραγωγής.

ΑΓΡΩΣΤΩΔΗ

Κρατάνε τα εδάφη τους τα σιτάρια

Όταν οι άλλες καλλιέργειες δεν αφήνουν σημαντικό εισόδημα, το σιτάρι αποτελεί ένα είδος με σταθερά οικονομικά χαρακτηριστικά για τους παραγωγούς

Σύμφωνα με στοιχεία των κατά τόπους γεωπόνων, ιδιωτών και συνεταιριστικών οργανώσεων, όπως καθώς και εταιρειών που κινούνται στον χώρο των σπόρων και των λιπασμάτων, η εικόνα που παρουσιάζεται δεν είναι ξεκάθαρη ως προς τις προθέσεις των παραγωγών για τη νέα καλλιεργητική περίοδο.

Σημαντικό ρόλο αναμένεται να παίξουν οι τιμές του βαμβακιού και του καλαμποκιού, όπως θα διαμορφωθούν μετά το τέλος της εκκοκκιστικής περιόδου για το βαμβάκι και της συλλογής του καλαμποκιού αντίστοιχα. Την εκτίμησή του ότι δεν θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στον χώρο των σιτηρών και ειδικά στο σκληρό σιτάρι μετέφερε ο Θοδωρής Χριστοδούλου, γεωπόνος από τη Βοιωτία. «Για οικονομικούς, περιβαλλοντικούς, διαχειριστικούς λόγους, το σκληρό σιτάρι θα καλλιεργείται στην περιοχή μας χωρίς μεγάλες αποκλίσεις από χρονιά σε χρονιά», σχολίασε.

Την ίδια άποψη καταθέτει και στέλεχος πολυεθνικής εταιρείας στον χώρο των λιπασμάτων, κάνοντας λόγο «για σταθερή πορεία του σκληρού σιταριού, αλλά και λίγο αυξημένη». Αντιθέτως, τάσεις ελαφράς μείωσης των εκτάσεων σιτηρών στην περιοχή του Δομοκού αναφέρει ο γεωπόνος Δημήτρης Τσάρτσαλης, αφού «τα χωράφια αυτά θα αντικατασταθούν από άλλες φθινοπωρινές καλλιέργειες».

Στη Θεσσαλία, η καλλιέργεια σιτηρών αποτελεί παράδοση. Όπως τονίζει στην εφημερίδα Ύπαιθρος Χώρα ο Στέφανος Πλακιάς, γεωπόνος από τα Τρίκαλα, «όταν οι άλλες καλλιέργειες δεν αφήνουν σημαντικό εισόδημα, το σιτάρι αποτελεί ένα είδος με σταθερά οικονομικά χαρακτηριστικά για τους παραγωγούς».

Στο βαμβάκι και στο καλαμπόκι εστιάζει ο Θανάσης Μπαντής, γεωπόνος από τις Σέρρες, σχολιάζοντας το γεγονός των χαμηλών τιμών που δίνονται στα καλαμπόκια, το οποίο αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τις τελικές αποφάσεις των παραγωγών για το είδος που θα καλλιεργήσουν κατά τη νέα αυτή περίοδο. «Σίγουρα θα υπάρξει μία μικρή στροφή στα σιτηρά, αλλά ένα μεγαλύτερο ποσοστό θα το καλύψουν οι ελαιούχοι σπόροι (χειμερινές και εαρινές σπορές), όπως επίσης και το βαμβάκι, το οποίο δείχνει ότι θα κρατήσει τις εκτάσεις που καλλιεργούνται», εξήγησε.

Τιμές του γάλακτος και ζυθοποιία θα ορίσουν τα στρέμματα του κριθαριού

Η καλλιέργεια του κριθαριού έχει άμεση σχέση με την κατάσταση που επικρατεί στον χώρο της γεωργίας, όταν η παραγωγή έχει ζωοτροφική κατεύθυνση. Η αύξηση της τιμής του αιγοπρόβειου γάλακτος μπορεί να δώσει μια θετική προοπτική στο κριθάρι και όλα θα εξαρτηθούν το επόμενο διάστημα από τις συμφωνίες με τις βιομηχανίες γάλακτος.

Σε γενικές γραμμές, ως καλλιεργητική επιλογή δεν δείχνει να έχει αυξομειώσεις, όπως δηλώνει ο Πέτρος Δημοβέλης, γεωπόνος από την Ελασσόνα, συμπληρώνοντας ότι ως καλλιέργεια «μπορεί να αξιοποιήσει φτωχά και άνυδρα εδάφη, δίνοντας ένα μικρό εισόδημα στους παραγωγούς». Σε ό,τι αφορά τον τομέα της ζυθοποιίας, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις θα εξαρτηθούν από το πλάνο της παραγωγής που έχουν οι βιομηχανίες. Η συμβολαιακή σχέση των εταιρειών με τους παραγωγούς δίνει τη δυνατότητα στους δεύτερους να έχουν μία σταθερή τιμή, περίπου στα 170 ευρώ τον τόνο. Οι αποδόσεις των καλλιεργειών κυμαίνονται από 400 έως 600 κιλά το στρέμμα.

Σταθερή και η βρόμη

Η καλλιέργεια βρόμης εστιάζεται στην Κεντρική Ελλάδα και προς τις βορειότερες περιοχές. Το φυτό αυτό προορίζεται για ζωοτροφική χρήση, ωστόσο την τελευταία δεκαετία εμφανίζει ανοδική ζήτηση και για ανθρώπινη κατανάλωση.

Στη χώρα μας καλλιεργούνται πάνω από 400.000 στρέμματα και ένα ποσοστό από αυτά σε συγκαλλιέργεια με ψυχανθή, όπως ο βίκος.

Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις για τη νέα περίοδο θα εξαρτηθούν από τις καιρικές συνθήκες, αλλά και από τις τιμές του γάλακτος στην αιγοπροβατοτροφία.

Ζητάει σίκαλη η αλευροποιία

Οι καλλιέργειες σίκαλης συγκεντρώνονται κυρίως στη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία. Η σίκαλη καλύπτει περίπου 120.000 στρέμματα στη χώρα μας και χρησιμοποιείται τόσο σε μείγματα ζωοτροφών, όσο και για ανθρώπινη κατανάλωση.

Οι εκτάσεις που θα καλλιεργηθούν θα εξαρτηθούν περισσότερο από τους κτηνοτρόφους που έχουν μεικτή κατεύθυνση, δηλαδή στην εκτροφή ζώων, αλλά και στις καλλιέργειες.

Σταθερό το μαλακό στις βόρειες περιοχές

Η Ελασσόνα, τα Γρεβενά, η Κοζάνη και η Φλώρινα αποτελούν τις βασικές περιοχές παραγωγής μαλακών σιτηρών της χώρας μας. Λόγω των καιρικών συνθηκών και του εδάφους, όπως μας εξηγεί ο Ηλίας Πλιάτσικας, γεωπόνος από τα Γρεβενά, αποτελούν περιοχές που ενδείκνυνται για την καλλιέργεια μαλακών σιτηρών. «Είτε αποτελούν κύριες είτε δευτερεύουσες καλλιέργειες για πολλούς αγρότες, οι εκτάσεις τους δεν μεταβάλλονται σημαντικά από χρόνο σε χρόνο», σημείωσε. Οι παραγωγοί των παραπάνω περιοχών περιμένουν τις βροχοπτώσεις για να ξεκινήσουν τις καλλιεργητικές εργασίες.

 

ΨΥΧΑΝΘΗ

Βίκος για βιολογικά προγράμματα και χλωρή νομή

Ο βίκος αποτελεί μία εναλλακτική πρόταση για τη γεωργία και την κτηνοτροφία με σημαντικό περιβαλλοντικό πρόσημο. Αυτοί που συμμετέχουν σε προγράμματα του ΠΑΑ κάνουν χρήση του βίκου, λόγω του γεγονότος ότι αποτελεί μονοετή αζωτοδεσμευτική καλλιέργεια, χωρίς να μπουν στη διαδικασία μιας πολυετούς αντίστοιχα, όπως είναι η μηδική.

Χρησιμοποιείται όπως μας εξηγεί ο Δημήτρης Βράντζας, γεωπόνος από τα Τρίκαλα και στις βιολογικές καλλιέργειες όπως επίσης και για αμειψισπορές. «Οι εκτάσεις που θα καλυφθούν έχουν άμεση σχέση με το πρόγραμμα της βιολογικής γεωργίας, όπως επίσης και της απονιτροποίησης», εξήγησε. «Για την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο, θα έχουμε μεγαλύτερο αριθμό παραγωγών σε σύγκριση με πέρυσι και αυτό το κρίνουμε από το ενδιαφέρον που έχουν εκδηλώσει», σχολίασε. Μία άλλη διάσταση για τις χρήσεις του βίκου μας περιγράφει στην εφημερίδα Ϋπαιθρος Χώρα ο Παναγιώτης Τζαχρήστας, γεωπόνος από τις Φυτείες Αιτωλοακαρνανίας. «Το κόστος των ζωοτροφών και η αναζήτηση φθηνής τροφής και χλωρής νομής για τα ζώα οδηγούν πολλούς κτηνοτρόφους της περιοχής μας στο να αξιοποιήσουν μικρές και άγονες εκτάσεις σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές για τη βόσκηση των ζώων τους».

Την περίοδο αυτή που διανύουμε και εφόσον υπάρξουν βροχοπτώσεις, αναμένεται να γίνει σπορά του βίκου με κάποιο αγρωστώδες, όπως βρόμη ή λόλιο. «Η καλλιεργητική αυτή τεχνική ξεπερνά στην περιοχή μας τα 10.000 στρέμματα και η ανάγκη για σπόρο κατά την τρέχουσα περίοδο είναι αυξημένη», εξήγησε ο ίδιος.

Έπιασε ταβάνι η μηδική

Μπορεί να ανήκει και στις φθινοπωρινές καλλιέργειες, αλλά οι περισσότεροι παραγωγοί προτιμούν τη σπορά της μηδικής στις αρχές της άνοιξης, για να ξεπεράσουν τα προβλήματα τον χειμώνα. Για μικρή αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων μηδικής κατά την τρέχουσα περίοδο στην περιοχή της Βοιωτίας κάνει λόγο ο γεωπόνος Θοδωρής Χριστοδούλου, αναφέροντας ότι αναμένεται να αφαιρέσει μερίδιο από το βαμβάκι. Αντικρούοντας αυτή την άποψη ο Δημήτρης Βράντζας, γεωπόνος από τα Τρίκαλα, κάνει λόγο για «προϊόν που έχει πιάσει ταβάνι».

ΕΛΑΙΟΥΧΟΙ ΣΠΟΡΟΙ

Περιζήτητη νύφη και με προίκα η ελαιοκράμβη

Με μόνο αντίπαλο τον καιρό, ένας σημαντικός αριθμός παραγωγών στρέφεται στην καλλιέργεια της ελαιοκράμβης. Τα συμβόλαια των βιομηχανιών σπορέλαιων, όπως και αυτά των εταιρειών βιοκαυσίμων, δίνουν τη δυνατότητα στους παραγωγούς να έχουν ένα καλύτερο εισόδημα. Κλειδί της επιτυχίας είναι οι φθινοπωρινές βροχοπτώσεις και από αυτές θα εξαρτηθεί αν οι παραγωγοί κάνουν το επόμενο βήμα. Αν αυτές κρίνονται επαρκείς για την καλλιέργεια, θα ξεκινήσει και η σπορά.

Δυστυχώς, κατά την περσινή περίοδο, ένα μεγάλο ποσοστό των παραγωγών –και λόγω της ανομβρίας– δεν μπόρεσε να ξεκινήσει τις σπορές, με αποτέλεσμα να επιλέξουν άλλες καλλιέργειες. Τα 40 λεπτά το κιλό που εξασφαλίζει συνήθως, όπως υποστηρίζει ο γεωπόνος, Δημήτρης Τσάρτσαλης, δίνουν τη δυνατότητα στον παραγωγό «αβίαστα και χωρίς πολλές σκέψεις να επιλέξει την καλλιέργεια αυτή, σε βάρος των σιτηρών». Οι αποδόσεις του φυτού κυμαίνονται από 200 έως 500 κιλά το στρέμμα. Αν αυτό συγκριθεί με μία καλλιέργεια σιτηρών, βλέπουμε ότι αριθμητικά υπερτερεί η ελαιοκράμβη. Εξάλλου, μέσα από τη συμβολαιακή σχέση δίνεται η δυνατότητα στον παραγωγό να καλύψει το σύνολο των εισροών, χωρίς το πρόβλημα της ρευστότητας που θα αντιμετώπιζε σε διαφορετική περίπτωση.

Την άποψη αυτή συμμερίζεται και ο Χρήστος Πετρόπουλος, γεωπόνος από την περιοχή της Θεσσαλιώτιδας, κάνοντας λόγο για αντικατάσταση με ελαιοκράμβη ενός σημαντικού ποσοστού χωραφιών που καλλιεργούνται με βαμβάκι. «Αυτό θα ξεκαθαριστεί το επόμενο διάστημα, καθώς εξαρτάται από τις τιμές που θα έχει το βαμβάκι», παρατήρησε, εξηγώντας ότι «εάν παραμείνει στα 40 με 42 λεπτά το κιλό, οι αγρότες θα στραφούν στην ελαιοκράμβη».

Ορθές καλλιεργητικές φροντίδες σε σιτηρά και ψυχανθή

Οι αγροί που καλλιεργούνται με χειμερινές καλλιέργειες καταλαμβάνουν σημαντικό ποσοστό των καλλιεργούμενων εκτάσεων της χώρας μας. Ο κύριος λόγος είναι η αδυναμία άρδευσης των συγκεκριμένων χωραφιών, όπως και η αμειψισπορά των ποτιστικών αγρών που είναι αναγκαία για τη σωστή διατήρηση αυτών. Η κύρια χειμερινή καλλιέργεια είναι τα σιτηρά και ακολουθούν τα ψυχανθή, ενώ τα τελευταία χρόνια υπάρχει δυναμική ανάπτυξη της ελαιοκράμβης ανά περιοχές.

γράφει ο Δημοσθένης Χρ. Κατσής, γεωπόνος, γ.γ. ΣΕΣΣΠ, CEO Agroland s.a.

Προετοιμασία εδάφους

Όσα χωράφια έρχονται από χειμερινές καλλιέργειες έχουν συνήθως οργωθεί το καλοκαίρι και είναι πολύ πιο εύκολη η κατεργασία τους το φθινόπωρο πριν από τη σπορά. Όσα έχουν καλοκαιρινές καλλιέργειες πρέπει να περιμένουν τη συγκομιδή και αμέσως μετά να τα καλλιεργήσουν.

Είναι πιο δύσκολα, λόγω της συμπίεσης του εδάφους, και πολλές φορές κάνουμε πολύ επιφανειακή κατεργασία για να τα ετοιμάσουμε. Όσον αφορά τα σιτηρά, δεν έχουν μεγάλες απαιτήσεις σε ψιλοχωμάτισμα, υγρασία ή βαρύ έδαφος. Τα ψυχανθή σπέρνονται λίγο πιο νωρίς και θέλουν το χωράφι στον ρώγο του, αλλιώς σε ακατέργαστο έδαφος ή λασπερό, θα έχουμε αποτυχία. Τέλος, η ελαιοκράμβη σπέρνεται νωρίς το φθινόπωρο, αλλά πρέπει να προηγηθεί βροχή και αυτό πολλές φορές δημιουργεί πρόβλημα (σε περίπτωση ανομβρίας δεν σπέρνουμε).

Λίπανση, σπόρος, ζιζανιοκτονία

Αφού προετοιμάσουμε το χωράφι, πρέπει να το λιπάνουμε και να κάνουμε ζιζανιοκτονία. Η λίπανση συνήθως γίνεται ταυτόχρονα με τη σπορά. Τα συνήθη λιπάσματα είναι τα θειοφωσφορικά τύπου 16-20-0 ή 20-10-0 για τα σιτηρά. Τελευταία χρησιμοποιούνται και λιπάσματα βραδείας αποδέσμευσης αζώτου. Στα ψυχανθή, ρίχνουμε μικρή ποσότητα του τύπου 11-15-15, ενώ στην ελαιοκράμβη του τύπου 20-8-10. Ζιζανιοκτονία προσπαρτικά ή μετασπαρτικά. Στα σιτηρά και στα ψυχανθή κάνουμε και μεταφυτρωτικές εφαρμογές την άνοιξη με καλύτερα αποτελέσματα. Το βασικό στοιχείο είναι ο σπόρος, κάποιοι λένε το Α και το Ω, σίγουρα όμως είναι η μισή επιτυχία μας. Πρέπει να είναι πιστοποιημένος, απαλλαγμένος από ασθένειες, καθαρός και γνωστής ποικιλίας σε εμάς, ώστε να γνωρίζουμε τη διαχείρισή του.

Ο σπόρος πρέπει να έχει υποστεί εντομολογική απολύμανση, ενώ τελευταία, λόγω έξαρσης των μυκητολογικών ασθενειών, ο σπόρος είναι επενδυμένος με μυκητοκτόνα, ώστε να μπορεί το φυτό να είναι προστατευμένο για ένα μεγάλο διάστημα. Αφού έχουμε εξασφαλίσει τέτοιον σπόρο, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι έχουμε επιτελέσει ένα από τα βασικότερα βήματα στην καλλιέργειά μας.

 

Κλιματικές συνθήκες

Συνήθως, ο χειμώνας και η άνοιξη παίζουν καθοριστικό ρόλο για τις καλλιέργειές μας. Τα σιτηρά είναι ανθεκτικά στις πολλές βροχές και τα κρύα, αλλά όταν τα χωράφια είναι βαριά και πολύ υγρά ή νεροκρατούν, συνήθως «κόβεται» το σιτάρι (αραιώνει). Τα ψυχανθή είναι ακόμα πιο ευαίσθητα στην υγρασία και στο κρύο, ειδικά οι φακές απαιτούν πολύ στραγγιστικά χωράφια.

Την άνοιξη, αν έχουμε σοκαρισμένα φυτά, επεμβαίνουμε νωρίς με αμινοξέα ή άλλου είδους σκευάσματα που βοηθούν να ξεπεράσουν το στρες. Αν έχουμε ζιζάνια, κάνουμε επιφανειακές εφαρμογές με ζιζανιοκτόνα. Σε περίπτωση εντομολογικών ή μυκητολογικών προσβολών, επεμβαίνουμε με τα αντίστοιχα σκευάσματα.

Άρδευση και συγκομιδή

Στις χειμερινές καλλιέργειες συνήθως δεν αρδεύουμε. Σε κάποιες, όμως, πολύ ξηρικές χρονιές και εφόσον υπάρχει η δυνατότητα άρδευσης, το κάνουμε πάντα όσο πιο νωρίς γίνεται (τον Μάρτιο έως τα μέσα Απριλίου).

Η συγκομιδή ξεκινά από τα μέσα Μαΐου πρώτα με τα ψυχανθή και από τις αρχές Ιουνίου συνεχίζει με τα σιτηρά μέχρι τις αρχές Ιουλίου ανάλογα με την περιοχή και στο τέλος η ελαιοκράμβη. Στα σιτηρά, ο αλωνισμός είναι σχετικά εύκολος και τυποποιημένος. Στα ψυχανθή, υπάρχει μια σχετική δυσκολία, γίνεται συνήθως σε δύο φάσεις, κοπή με ειδικό μαχαίρι για ξήρανση και μετά από λίγες μέρες αλωνισμός με pickup στην κομπίνα. Σε κάποιες περιπτώσεις, γίνεται και απευθείας αλωνισμός, αφού προηγουμένως έχουμε ψεκάσει με καυστικό σκεύασμα τη φυτεία.

Αποτέλεσμα

Οι καλλιέργειες χειμερινών καλλιεργειών είναι περιορισμένων δυνατοτήτων. Δεν έχουν καμία σχέση με τις ανοιξιάτικες-καλοκαιρινές ποτιστικές καλλιέργειες, καθώς έχουν περιορισμένες εισροές όσο και εκροές.

Πολλά εξαρτώνται από τις καιρικές συνθήκες του χειμώνα και της άνοιξης, αφού δεν υπάρχει η δυνατότητα επεμβάσεων όποτε θέλουμε ή όποτε χρειάζεται, αλλά όταν αυτές το επιτρέπουν. Σε πολλές περιπτώσεις, είναι λύση ανάγκης ή αναγκαίο κακό. Παρ’ όλα αυτά, προστατεύουν τα εδάφη, δίνουν βιοποικιλότητα και μας χαρίζουν πολύτιμα προϊόντα στη διατροφή μας.

 

-Διαφήμιση-
gaia-sense