Για να λειτουργήσει μία «αγορά» με τρόπο τουλάχιστον σοβαρό και αξιόπιστο απαιτούνται κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις:

  1. Διαθέσιμα ισοζύγια (παραγωγή, απόθεμα, εισαγωγές, κατανάλωση, εξαγωγείς) με πλήρη, επίκαιρα και αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία κοινής αποδοχής.
  2. Διαφάνεια. Ελαιοπαραγωγοί, έμποροι, μεταποιητές, εξαγωγείς, οι οποίοι να έχουν «ονοματεπώνυμο», να λειτουργούν σε μια ενιαία αλυσίδα ιχνηλασιμότητας, με γνωστούς, δεδομένους και διαφανείς κανόνες.
  3. Αντίστοιχα με το παραπάνω (2), να λειτουργούν και οι (δι)επαγγελματικές οργανώσεις αυτών των συνεταιριστικών και ιδιωτικών επιχειρήσεων.
  4. Αρμόδιο υπουργείο και διάφοροι Οργανισμοί και περιφερειακές υπηρεσίες, οι οποίες να συντονίζουν, να καθοδηγούν, να ελέγχουν, τα παραπάνω (1-3), χαράζοντας πολιτική και υλοποιώντας τη σε συνεργασία με τις (δι)επαγγελματικές οργανώσεις στο πλαίσιο της ΚΑΠ, αλλά και του IOC.

Θα είχε ενδιαφέρον να καταγράψει κανείς αν και σε τι βαθμό πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις (στη χώρα μας και όχι στην Ισπανία). Αν, μάλιστα, προσθέσει:

  • το οικονομικό περιβάλλον, με φόρους, capital controls κ.λπ.,
  • τα αλλεπάλληλα έκτακτα καιρικά φαινόμενα, τις καταστροφικές πυρκαγιές, που δεν έχουν αποζημιωθεί όσοι επλήγησαν και ήδη εγκαταλείπουν το γεωργικό επάγγελμα,
  • τη χαώδη εικόνα που εμφανίζει η υπόθεση του ΠΟΠ Ελιά Καλαμάτας

τότε το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι πρόκειται για μια κατακερματισμένη αγορά, με έλλειμμα διαφάνειας και με διάφορες ανισορροπίες μεταξύ κλάδων/περιοχών. Παρ’ όλα αυτά, προοδεύει (!) και αναπτύσσεται, τουλάχιστον το εξαγωγικό της κομμάτι, ίσως γιατί είναι τόσο ισχυρή η δυναμική αυτού καθαυτού του προϊόντος, που συμπαρασύρει πολλές από τις άλλες αδυναμίες.

Σε ό,τι αφορά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εμπορικής περιόδου 2016/17, η μέχρι τώρα εικόνα είναι η εξής:

Ελιά Χαλκιδικής (Καρυδολιά Χαλκιδικής)

Η ελιά Χαλκιδικής είναι μία αδρόκαρπη (μεγαλόκαρπη) ποικιλία με κύρια χρήση την παραγωγή επιτραπέζιας ελιάς, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής και για αυτό επεκτείνεται η καλλιέργειά της, ενώ ήδη κατέχει τα πρωτεία τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις εξαγόμενες ποσότητες.

Η συγκομιδή της βρίσκεται στο τελικό στάδιο, καθώς αποτελεί την πιο πρώιμη ποικιλία. Παρά το γεγονός ότι η φετινή παραγωγή είναι μειωμένη κατά 60%-70% σε σύγκριση με πέρυσι, ωστόσο –σε πείσμα της βασικής οικονομικής θεωρίας– από την αρχή της σεζόν ασκήθηκαν από το εμπόριο πιέσεις, ώστε να μειωθεί η τιμή στα 0,80-0,85 ευρώ/κιλό (για τα 110 τεμάχια/κιλό βάσης) σε σύγκριση με το αντίστοιχο περσινό 1 ευρώ/κιλό.

epitrapezia-elia-xalkidikis
Για την ελιά Χαλκιδικής εκδηλώνεται έντονο αγοραστικό ενδιαφέρον, με ανοδικές τάσεις στις τιμές, οι οποίες κυμαίνονται μεταξύ 1,15-1,20 ευρώ/κιλό για τα 110 τεμ./κιλό, για προϊόν που έχει μπει στις κάδες των παραγωγών σε σύγκριση με τα αρχικά 0,80-85 ευρώ/κιλό του νωπού προϊόντος.

Σήμερα, εκδηλώνεται έντονο αγοραστικό ενδιαφέρον, με ανοδικές τάσεις στις τιμές, οι οποίες κυμαίνονται μεταξύ 1,15-1,20 €/κιλό για τα 110 τεμ/κιλό, για προϊόν που έχει μπει στις κάδες των παραγωγών σε σύγκριση με τα αρχικά 0,80-85 ευρώ/κιλό του νωπού προϊόντος. Η ζήτηση επεκτείνεται και στα πολύ «ψιλά» μεγέθη των 200-230 τεμ./κιλό, ανατρέποντας την άλλη «θεωρία» περί ελαιοποίησής τους.

Κονσερβοελιά (ή Αμφίσσης ή Βόλου κ.ά. τοπωνύμια)

Επίσης αδρόκαρπη έως μεσόκαρπη ποικιλία, που η καλλιέργειά της εκτείνεται κυρίως στο τόξο της Στερεάς Ελλάδας, από Πήλιο και Φθιώτιδα έως Αγρίνιο και Άρτα. Ιστορικά υπήρξε η βασική ελληνική ποικιλία (80%-85%, σύμφωνα με τον καθηγητή του ΓΠΑ Γεώργιο Μπαλατσούρα) λόγω των πολλών της πλεονεκτημάτων. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, η καλλιέργειά της είναι σε υποχώρηση σε σχέση με την Καλαμών και τη Χαλκιδικής, για λόγους που ξεφεύγουν από τους σκοπούς αυτού του άρθρου.

Πρόκειται για μεσοπρώιμη ποικιλία, που η συγκομιδή της ακολουθεί τη Χαλκιδικής και ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ θα πρέπει να κάνουμε τη διάκριση μεταξύ πράσινης και φυσικής μαύρης.

konservoelia-epitrapezia-elia3
Η περσινή χρονιά 2015/16 ήταν καταστροφική για την κονσερβοελιά με μηδενική σχεδόν παραγωγή και οι εξαγωγικές επιχειρήσεις αντεπεξήλθαν βασιζόμενες στα αποθέματά τους. Έτσι, η φετινή παραγωγή 2016/17, αν και στην πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από μέτρια έως και κακή, είναι αυξημένη σε σύγκριση με την περσινή

Η περσινή χρονιά 2015/16 ήταν καταστροφική με μηδενική σχεδόν παραγωγή και οι εξαγωγικές επιχειρήσεις αντεπεξήλθαν βασιζόμενες στα αποθέματά τους. Έτσι, η φετινή παραγωγή 2016/17, αν και στην πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από μέτρια έως και κακή, είναι αυξημένη σε σύγκριση με την περσινή.

Αυτό που συνέβη με τη Χαλκιδικής επιχειρήθηκε και με την Κονσερβοελιά, που όχι μόνο το ιδιωτικό εμπόριο, αλλά και συνεταιριστικές οργανώσεις προσπάθησαν από την αρχή να επιβάλουν χαμηλότερες τιμές. Εδώ κρίσιμη αποδείχθηκε η παρέμβαση της ΕΕΣ Στυλίδας, η οποία, έστω και αν δεν μπορεί να απορροφήσει όλη την παραγωγή, ωστόσο έχει έναν ικανοποιητικό όγκο πωλήσεων, που της επιτρέπει να επηρεάζει σοβαρά την αγορά. Οι τιμές που μέχρι τώρα έχει προσφέρει είναι για τα μεν πράσινα νωπά 0,95 ευρώ/κιλό τα 110 τεμάχια και 0,55 ευρώ για τα 200 τεμ./κιλό, ενώ για τα φυσικά μαύρα η τιμή ανεβαίνει στο 1,35 ευρώ/κιλό για τα 110 τεμ./κιλό.

Ας σημειωθεί ότι φήμες μιλούν για εισαγωγές από Αίγυπτο χωρίς όμως αυτές να επιβεβαιώνονται μέχρι στιγμής.

Καλαμών

Επίσης αδρόκαρπη ποικιλία. Η μεγάλη εμπορική της επιτυχία και ζήτηση από τις αγορές του εξωτερικού έχει οδηγήσει σε επέκταση σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, χωρίς να έχει πάντοτε εξασφαλιστεί ότι πληρούνται οι απαραίτητες εδαφοκλιματικές προϋποθέσεις (βλ. σχόλιο-δίπλα στήλη). Η συγκομιδή της βρίσκεται στα πρώτα στάδια, όπου κατά περιοχές διαπιστώνεται μεγάλη καταστροφική δακοπροσβολή λόγω των καιρικών συνθηκών που φέτος την ευνόησαν.

elies-kalamata-pop
Για την Καλαμών, «ακούγεται» το 1,20-1,30 ευρώ/κιλό για τα 200 τεμάχια/κιλό, ωστόσο αρκετές είναι οι περιπτώσεις παραγωγών που επιλέγουν να μην πουλήσουν νωπό προϊόν, αλλά να το αποθηκεύσουν σε δικές τους κάδες, προσδοκώντας άνοδο των τιμών.

Σε ό,τι αφορά τις τιμές, «ακούγεται» το 1,20-1,30 ευρώ/κιλό για τα 200 τεμάχια/κιλό, ωστόσο αρκετές είναι οι περιπτώσεις παραγωγών που επιλέγουν –αν έχουν τις οικονομικές αντοχές– να μην πουλήσουν νωπό προϊόν, αλλά να το αποθηκεύσουν σε δικές τους κάδες, προσδοκώντας άνοδο των τιμών. Πάντως, και πέρυσι παρατηρήθηκαν έντονες δυσαρμονίες, με τους παραγωγούς απρόθυμους να πουλήσουν προσδοκώντας περαιτέρω άνοδο τιμών, ενώ το εμπόριο και η μεταποίηση κρατούσαν στάση αποχής από την αγορά με πολύ περιορισμένη τη ζήτησή τους.

 Θρούμπα Θάσου

Πρόκειται για μια ιδιαίτερη ελιά, που περνάει δύσκολες ώρες λόγω της καταστροφικής καλοκαιρινής πυρκαγιάς. Τα συνεργεία του ΕΛΓΑ δεν έχουν ακόμη επισκεφτεί το νησί για να κάνουν τις εκτιμήσεις τους, ενώ δεν έχουν αποζημιωθεί οι παραγωγοί ούτε καν για την πυρκαγιά του 2013. Να σημειωθεί ότι από τις πυρκαγιές δεν έχουν υποστεί μεγάλες ζημιές μόνο το φυτικό κεφάλαιο, τα ελαιόδεντρα, αλλά και τα απαραίτητα μέσα παραγωγής όπως λάστιχα ποτίσματος, κτήρια κ.λπ. Και όλα αυτά παρά την πρωθυπουργική ευαισθησία που έσπευσε να επισκεφτεί το νησί, υποσχόμενος άμεσες αποζημιώσεις. Έτσι, έχουμε το παράλογο φαινόμενο σε εποχές χρηματοδότησης προγραμμάτων για την προσέλκυση νέων αγροτών, να ετοιμάζονται για εγκατάλειψη ακόμη και οι παλιοί.

Κακές συμβουλές

Γράφτηκε πρόσφατα στον Τύπο με μελοδραματικούς τόνους ότι «στο ελαιοτριβείο στέλνει ο φόρος τις επιτραπέζιες» και ότι «φέτος ολοένα και περισσότεροι παραγωγοί, πιεσμένοι από το εκρηκτικό κοκτέιλ εξοντωτικών φορολογικών επιβαρύνσεων και το διαφαινόμενο μικρό περιθώριο κέρδους, αφήνουν τον καρπό της βρώσιμης ελιάς στα δέντρα σαπίζει». Με άλλα λόγια, ότι στρεβλώσεις μπορούν να προέλθουν και από την άνιση ή την υπερβολική φορολόγηση των δύο προϊόντων, επειδή οι υψηλοί συντελεστές φορολόγησης στρέφουν τους παραγωγούς επιτραπέζιας ελιάς στο προϊόν εκείνο που έχει τα μεγαλύτερα περιθώρια παραοικονομίας (π.χ. τον ανώνυμο 16κιλο τενεκέ ελαιολάδου). Αυτού του είδους οι «συμβουλές» κρύβουν είτε άγνοια, είτε σκοπιμότητα παραπλάνησης, γιατί το κόστος παραγωγής της επιτραπέζιας ελιάς είναι τόσο υψηλό που «με τίποτα» δεν συμφέρει τον ελαιοπαραγωγό να «τις γυρίσει» σε ελαιόλαδο, έστω και αφορολόγητο. Χώρια που οδηγεί σε ποιοτική υποβάθμιση, τόσο τις ελιές όσο και το λάδι, πολύ περισσότερο «αν τις αφήσει να σαπίσουν».

Αντιθέτως, σε πλήθος περιπτώσεων παρατηρείται, όπως π.χ. για τα «ψιλά» μεγέθη 200 – 230 τεμαχίων της ελιάς Χαλκιδικής, να εκδηλώνεται μεγάλο ενδιαφέρον από την εγχώρια αγορά, αλλά και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Στο ίδιο άρθρο διαβάσαμε ότι «‘‘σαπίζει η παραγωγή. Δεν συμφέρει το μάζεμα’’, φωνάζουν πολλοί ετεροεπαγγελματίες, ‘‘πού να μπαίνεις να μαζεύεις, οι φόροι είναι στον Θεό και το περιθώριο κέρδους χαμηλό. Άσε που δεν τις περιποιήθηκα, λόγω δυσπραγίας, όσο έπρεπε και μου τις έφαγαν οι αρρώστιες’’». Με άλλα λόγια, πρόκειται εδώ για το εγκώμιο της παθογένειας της ελληνικής ελαιοκομίας, σε ένα άρθρο που δείχνει να υιοθετεί μία μεγάλη Ένωση Συνεταιρισμών: «Το μεγαλύτερο ποσοστό του καρπού θα μείνει στα δέντρα. Και θα σαπίσει κάτω από αυτά», καταλήγουν από την Ένωση Αγρινίου.

Χωρίς τα παραπάνω να δικαιολογούν την πράγματι εξοντωτική φορολογία των αγροτών, και όχι μόνο…

Επιμέλεια – Συντονισμός έκδοσης: Βασίλης Ζαμπούνης