Με καταγωγή από τη μακρινή Κίνα, το ακτινίδιο, με την αναγνωρισμένη διεθνή ονομασία kiwi, κατακτά συνεχώς το καταναλωτικό κοινό, λόγω των αντιοξειδωτικών του δράσεων και της πλούσιας περιεκτικότητάς του σε βιταμίνη Ε. Δημοφιλή για την ποιότητά τους, τα ευρωπαϊκά ακτινίδια κερδίζουν συνεχώς έδαφος, με το ελληνικό να κατακτά όλο και περισσότερο τις αγορές του κόσμου. Η τήρηση των ορθών καλλιεργητικών πρακτικών, η βελτίωση της εικόνας του προϊόντος, η διενέργεια αυστηρών ελέγχων, αλλά και η ανάληψη πρωτοβουλιών από την πολιτεία για την ενίσχυση στην προσπάθεια διεύρυνσης των αγορών, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη συνέχιση της ανοδικής και εξωστρεφούς πορείας, που καταγράφει το ελληνικό προϊόν.

Οι ποικιλίες του ακτινιδίου

Η ακτινιδιά ανήκει στο γένος Actinidia sp. της οικογένειας Actinidiaceae, της τάξης Theales. Οι ποικιλίες που συνήθως καλλιεργούνται σε παγκόσμιο επίπεδο ανήκουν στα είδη Α. deliciosa, A. chinensis, A. arguta, A. kolomikta, A. polygama και A. eriantha (Ferguson, 2011). Κατά συνέπεια, μια ποικιλομορφία από φρούτα διάφορου μεγέθους και χρωμάτων παράγονται και καταναλώνονται στη διεθνή αγορά με το μεγαλύτερο ποσοστό των καλλιεργούμενων ποικιλιών να ανήκει στο είδος A. deliciosa. To είδος αυτό είναι λειτουργικά δίοικο, γεγονός που χρήζει απαραίτητη την εγκατάσταση επικονιαστών (αρσενικών φυτών) στον οπωρώνα, επιβαρύνοντας σημαντικά το κόστος παραγωγής της καλλιέργειας και μειώνοντας το δυναμικό παραγωγής ανά μονάδα καλλιεργούμενου εδάφους.

Το ακτινίδιο είναι ένα φυτό ευπαθές σε αντίξοες ατµοσφαιρικές συνθήκες και έχει ανάγκη από ειδική προστασία κατά τα δύο πρώτα έτη της ζωής του
Το ακτινίδιο είναι ένα φυτό ευπαθές σε αντίξοες ατµοσφαιρικές συνθήκες και έχει ανάγκη από ειδική προστασία κατά τα δύο πρώτα έτη της ζωής του

Η πλέον διαδεδομένη καλλιεργούμενη ποικιλία ακτινιδιάς είναι η «Hayward», η οποία προέκυψε από σπόρους του είδους Actinidia deliciosa και έχει πράσινη σάρκα. Η εξέλιξη της καλλιέργειας της ακτινιδιάς οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη συγκεκριμένη ποικιλία, που μέχρι πριν από λίγα χρόνια το όνομά της ήταν συνώνυμο με το ακτινίδιο (Nishiyama, 2007).

Η επιτυχία της «Hayward» βασίζεται στο μεγάλο μέγεθος καρπών, την υψηλή παραγωγικότητα και τη δυνατότητα συντήρησης των καρπών της για μεγάλο χρονικό διάστημα (Ferguson, 1999). Πρόσφατα, στον ελλαδικό χώρο, μετά από φυσική ενδοποικιλιακή επιλογή σποροφύτων εντός της «Hayward» και με κριτήριο τον ρυθμό ανάπτυξης, προέκυψε μία νέα σειρά που καταχωρίστηκε στο Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ) ως νέα ποικιλία με την ονομασία «Τsechelidis», και είναι πλέον εμπορικά διαθέσιμη σε παγκόσμιο επίπεδο (Mavromatis et al., 2010). H εν λόγω ποικιλία διακρίνεται για την υψηλή παραγωγικότητα, τη μερική αυτογονιμότητα, το μεγάλο μέγεθος των καρπών της, καθώς και για τα ιδιαίτερα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά από τα οποία αυτοί χαρακτηρίζονται (Sotiropoulos et al., 2009; Mavromatis at al., 2010).

Καλλιεργητικές πρακτικές και ανάγκες

Η ακτινιδιά είναι φυτό δικοτυλήδονο και αναρριχόμενο. Μοιάζει με το αμπέλι, αλλά οι κλιματίδες του περιελίσσονται και αυξάνονται πολύ γρήγορα. Τα φύλλα του είναι μεγάλα, στρογγυλωπά και εναλλάσσονται κανονικά. Στα θηλυκά δέντρα, τα άνθη φέρονται σε ταξιανθία τριών ανθέων. Τα αρσενικά δέντρα ανθίζουν όπως και τα θηλυκά, με τη διαφορά ότι τα άνθη φέρονται 3-5 μαζί σε ταξιανθία και, επιπλέον, δεν παρατηρείται ανθόπτωση. Τα άνθη είναι μεγάλα και λευκά, φέροντας όλα τα όργανα, αλλά μερικά από αυτά είναι ατελή και έτσι το άνθος μορφολογικά είναι ερμαφρόδιτο, λειτουργικά όμως είναι αρσενικό ή θηλυκό.

Η βλάστηση της ακτινιδιάς πρέπει να καθοδηγείται με τέτοιον τρόπο, ώστε να εξασφαλίζονται άριστες συνθήκες αερισμού και φωτισμού, για να δημιουργούνται καλύτερες συνθήκες φωτοσύνθεσης και να παράγονται καρποί καλής ποιότητας.

aktinidia-kaliergeia4Πρόκειται για ένα φυτό ευπαθές σε αντίξοες ατμοσφαιρικές συνθήκες και έχει ανάγκη από ειδική προστασία κατά τα δύο πρώτα έτη της ζωής του.

Καλή ανάπτυξη της ακτινιδιάς πραγματοποιείται σε περιβάλλον σκιαζόμενο ή όπου επικρατεί καιρός νεφελώδης με υψηλή σχετική υγρασία. Όμως, ευδοκιμεί και σε εύκρατα κλίματα, που αντιστοιχούν στις ζώνες καλλιέργειας του καλαμποκιού, της αμπέλου και της ροδακινιάς. Το ηλιακό φως θεωρείται ως ο πιο σοβαρός συντελεστής για την παραγωγή καρπών εκλεκτής ποιότητας.

Μεγάλη σημασία, όμως, έχουν και οι ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες της θέσης που πρόκειται να εγκατασταθεί ο ακτινιδιώνας, παράλληλα με το κλίμα που επικρατεί στην ευρύτερη περιοχή αυτού.

Η ακτινιδιά μπορεί να υποστεί μεγάλες ζημιές τόσο από τις χαμηλές θερμοκρασίες, εξαιτίας των παγετών, όσο και από τις υψηλές θερμοκρασίες του θέρους. Τα φυτά μεγάλης ηλικίας παρουσιάζουν αρκετή ανθεκτικότητα στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα, εφόσον βρίσκονται σε πλήρη λήθαργο. Η αντοχή αυτή είναι συνάρτηση της ηλικίας και της θρεπτικής κατάστασης του φυτού. Αντίθετα, τα νεαρά φυτά παρουσιάζουν αρκετή ευπάθεια στις χαμηλές θερμοκρασίες. Γι’ αυτό, επιβάλλεται να προσεχθεί ιδιαίτερα η εποχή φύτευσης, ώστε το ξεκίνημα της βλάστησης να μη συμπέσει με την περίοδο του ψύχους.

Κλάδεμα

Με το κλάδεμα επιδιώκονται:

  • Η αποκατάσταση ισορροπίας μεταξύ ριζών και κόμης στα φυτά που μόλις εγκαταστάθηκαν.
  • Η ρύθμιση της θέσης, του αριθμού και του σχήματος των βραχιόνων, κλάδων και κλαδίσκων.
  • Η ρύθμιση της θέσης, του αριθμού και του μεγέθους των καρποφόρων οργάνων.
  • Η απομάκρυνση τμημάτων του φυτού που είναι ξηρά, προσβεβλημένα σοβαρά από εχθρούς ή ασθένειες ή που προστρίβονται το ένα με το άλλο και πληγώνονται.
  • Η ρύθμιση της θέσης, του μεγέθους και της κατεύθυνσης της νέας βλάστησης.
  • Η ρύθμιση του αριθμού, του μεγέθους και κατ’ επέκταση της ποιότητας των καρπών.
  • Η διευκόλυνση του φωτισμού και αερισμού της κόμης.
  • Η διευκόλυνση της καταπολέμησης των εχθρών και ασθενειών των φυτών.
  • Η διευκόλυνση της κατεργασίας του εδάφους του οπωρώνα.

Το κλάδεμα διαμόρφωσης δεν πρέπει να είναι αυστηρό κατά τα πρώτα χρόνια, ώστε να δίνεται η ευκαιρία στο φυτό να αναπτυχθεί ικανοποιητικά. Τα διάφορα σχήματα που δίδονται, στα πρώτα αυτά χρόνια, αποσκοπούν στη δημιουργία απλής και καλοσχηματισμένης κατασκευής. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται για να αποκτήσει η ακτινιδιά ισχυρό κορμό.

Για την ευθυγράμμιση του βλαστού, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί πάσσαλος, πάνω στον οποίο ανά διαστήματα προσδένεται ο βλαστός. Για τους λοιπούς αναπτυσσόμενους βλαστούς, θα λαμβάνεται πρόνοια να μην περιελίσσονται πυκνά στα σύρματα υποστήριξης. Έτσι, συστήνεται να υπάρχουν δύο στροφές ή το πολύ τρεις έως τέσσερις, ανά μέτρο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποκτώνται ισχυροί βραχίονες.

aktinidia-kaliergeiaΌταν υπάρχουν περισσότερες στροφές γύρω από το σύρμα, θα πρέπει να κοπεί έγκαιρα ο βλαστός και να αντικατασταθεί με άλλο πιο κατάλληλο. Ένα ορθό κλάδεμα διαμόρφωσης θα βοηθήσει πολύ στη δημιουργία ισχυρών βραχιόνων, οι οποίοι και θα φέρουν το όλο βάρος της καρποφορίας. Από τον τέταρτο χρόνο και μετά εφαρμόζεται ειδικό κλάδεμα καρποφορίας και αντικατάστασης των βλαστών που καρποφόρησαν.

Το κλάδεμα αυτό έχει ως σκοπό να εξασφαλίζει, κάθε χρόνο, υψηλές αποδόσεις.

Λίπανση

Η ακτινιδιά θα πρέπει να έχει στη διάθεσή της, στα ανώτερα στρώματα του εδάφους, όλα τα θρεπτικά στοιχεία που της χρειάζονται.

Βασική Λίπανση

Πρέπει να προηγείται ανάλυση του εδάφους για τον προσδιορισμό της μηχανικής σύστασης, της τιμής του pΗ, της ικανότητας προσρόφησης κατιόντων και της περιεκτικότητας σε Εα003 και θρεπτικά στοιχεία. Η λίπανση αυτή αποσκοπεί κυρίως στο να εμπλουτίσει το έδαφος του ακτινιδιώνα με οργανική ουσία και ανόργανα θρεπτικά στοιχεία (κυρίως φώσφορο και κάλιο). Μετά τη διευθέτηση της επιφάνειας του εδάφους διασκορπίζεται η κοπριά και τα φωσφοροκαλιούχα λιπάσματα, που καθορίστηκαν σε όλη την επιφάνεια και οργώνεται το χωράφι προς ενσωμάτωση του λιπάσματος.

Ετήσια Λίπανση

Όταν ο νέος ακτινιδιώνας έχει δεχτεί τη βασική λίπανση πριν από τη φύτευση, οι ετήσιες ανάγκες του είναι σχετικά περιορισμένες. Γι’ αυτό είναι αδικαιολόγητες, στη συνέχεια, οι υπερβολικές λιπάνσεις. Ωστόσο, για την κάθε περίπτωση πολλοί παράγοντες επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη, προκειμένου να καθοριστεί η απαιτούμενη ετήσια λίπανση. Μία πρώτη ένδειξη για τις τρέχουσες ανάγκες των φυτών σε θρεπτικά στοιχεία δίνουν η γενική εμφάνιση, η βλάστηση και το ύψος της παραγωγής αυτών.

Η χρήση της κοπριάς συστήνεται, διότι βελτιώνει τις φυσικές ιδιότητες του εδάφους, κάνοντάς το πιο αφράτο και διευκολύνοντας έτσι τον αερισμό, τη στράγγιση και την κατεργασία του. Ιδιαίτερα ευεργετική επίδραση ασκεί η κοπριά στα νεαρά φυτά, που τα υποβοηθά για ένα καλό ξεκίνημα.

Άρδευση

Οι ακτινιδιές χρειάζονται μεγάλες ποσότητες νερού για να καλυφθούν οι ανάγκες της διαπνοής της κόμης και της εξάτμισης του νερού από την επιφάνεια του εδάφους του ακτινιδιώνα. Η ποσότητα του νερού, που ικανοποιεί τις ανάγκες αυτές της διαπνοής και της εξάτμισης μαζί, αναφέρεται ως εξατμισοδιαπνοή και καλύπτεται από τη βροχόπτωση και την άρδευση.

Οι ανάγκες σε νερό της ακτινιδιάς εξαρτώνται κυρίως από τις διαβαθμίσεις του κλίματος. Τα νέα φυτά ακτινιδιάς είναι πολύ ευπαθή στην έλλειψη νερού. Προσωρινή έλλειψη του νερού φέρνει μια υποβάθμιση της λειτουργίας όλων των οργάνων με δυσάρεστα αποτελέσματα στην παραγωγή του φυτού και στην ποιότητα των καρπών. Εξάλλου, η έλλειψη εδαφικής υγρασίας επιδρά δυσμενώς στην πρόσληψη των θρεπτικών στοιχείων από τις ρίζες των φυτών και έτσι δεν γίνεται δυνατή η αξιοποίηση των λιπασμάτων.

Με κανονικές αρδεύσεις που καλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες της καλλιέργειας σε νερό δεν εμφανίζονται προβλήματα. Το πόσο συχνές πρέπει να είναι εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες, την υδατοχωρητικότητα του εδάφους και τη χορηγούμενη ποσότητα νερού κατά την άρδευση.

Η ακτινιδιά μπορεί να είναι απαιτητική σε νερό, αλλά η υπεράρδευση και η περίσσεια υγρασία στο έδαφος δημιουργούν σοβαρά προβλήματα. Το πολύ νερό που συγκεντρώνεται στο ριζόστρωμα, εξαιτίας συχνών βροχών, κακής στράγγισης ή υπερβολικής άρδευσης, έχει δυσάρεστες συνέπειες στο ριζικό σύστημα της ακτινιδιάς. Με τέτοιες καταστάσεις, δημιουργείται ασφυκτικό περιβάλλον και οι ρίζες υποφέρουν από έλλειψη οξυγόνου. Επιπλέον, δημιουργούνται κατάλληλες συνθήκες για την εγκατάσταση παθογόνων μυκήτων, που προσβάλλουν τον λαιμό και το ριζικό σύστημα του φυτού.

Ζιζάνια

Η μεγαλύτερη ζημιά που προκαλούν τα ζιζάνια στην ακτινιδιά είναι η μείωση των αποδόσεων και η υποβάθμιση της ποιότητας του παραγόμενου προϊόντος, εξαιτίας του ανταγωνισμού για θρεπτικά στοιχεία και νερό. Επιπλέον, μερικά ζιζάνια ανταγωνίζονται την καλλιέργεια αυτή και για φως (νεαρό στάδιο των φυτών της ακτινιδιάς), ενώ άλλα δημιουργούν προβλήματα κατά τη συγκομιδή.

Αντιμετώπιση

  • Κατεργασία του εδάφους.
  • Κοπή των ζιζανίων. Με αυτήν τη μέθοδο επιτυγχάνεται ο έλεγχος των ζιζανίων με συνεχείς κοπές 3-4 φορές τον χρόνο ανάλογα με την ανάπτυξη, τη χρήση χορτοκοπτικού μηχανήματος.
  • Δημιουργία ανταγωνιστικών φυτών – εδαφοκάλυψης. Με αυτήν τη μέθοδο επιδιώκεται η αρμονική συνύπαρξη της φυτείας με έναν φυσικό ή τεχνητό χλοοτάπητα από είδη που δεν δημιουργούν προβλήματα.
  • Κάλυψη με αδιαπέραστο υλικό των σημείων που χρειάζονται προστασία.
  • Χημική καταπολέμηση.

Τα απαραίτητα βήματα για να κατακτήσει την κορυφή της Ευρώπης

Μεγαλύτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στη βελτίωση της εικόνας του προϊόντος, του τρόπου διακίνησης και της ποιότητάς του

Με εξωστρεφή προσανατολισμό, το ακτινίδιο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προϊόντα που παράγονται στη χώρα μας, ταξιδεύοντας τα τελευταία χρόνια σε όλο και περισσότερες χώρες του κόσμου. «Το ελληνικό ακτινίδιο είναι ένα προϊόν με μέλλον», συμφωνούν παραγωγοί και διακινητές, και όχι άδικα αφού η ποιότητά του κατακτά συνεχώς τις διεθνείς αγορές. Παρά ταύτα, πρέπει να διανύσουμε ακόμη δρόμο, προκειμένου να εδραιωθεί απόλυτα στη συνείδηση της παγκόσμιας αγοράς.

Την πρωτιά όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά γενικά στο βόρειο ημισφαίριο, όπως λένε οι ειδικοί, έχει η Ιταλία, με την Ελλάδα να ακολουθεί με αυξητικούς ρυθμούς κάθε χρόνο. Στο νότιο ημισφαίριο, η Νέα Ζηλανδία κυριαρχεί, εξάγοντας τεράστιες ποσότητες στον υπόλοιπο κόσμο.

Το ελληνικό ακτινίδιο καλλιεργείται κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, στην Πιερία, στην Καβάλα, στην Αιτωλοακαρνανία, στην Άρτα, στην Πρέβεζα, στη Φθιώτιδα, αλλά και σε άλλες περιοχές. Σύμφωνα με τα επεξεργασμένα από τον Σύνδεσμο Ελληνικών Επιχειρήσεων INCOFRUIT – HELLAS στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2016 εξήχθησαν 129.682 τόνοι ακτινίδια, ποσότητα αυξημένη κατά 28,6% σε σχέση με το 2015 (οπότε εξήχθησαν 100.830 τόνοι).

Το µέλλον του ελληνικού ακτινιδίου είναι ευοίωνο και οι Έλληνες παραγωγοί, που έχουν επενδύσει στην καλλιέργεια, µπορούν, ακολουθώντας τα σωστά βήµατα, να έχουν ακόµη µεγαλύτερο όφελος.
Το µέλλον του ελληνικού ακτινιδίου είναι ευοίωνο και οι Έλληνες παραγωγοί, που έχουν επενδύσει στην καλλιέργεια, µπορούν, ακολουθώντας τα σωστά βήµατα, να έχουν ακόµη µεγαλύτερο όφελος.

Όπως ξεκαθαρίζουν οι Έλληνες παραγωγοί, το ακτινίδιο εξαγόταν και κατά το παρελθόν, δεν προέκυψε η εξαγωγική του δραστηριότητα με την κρίση. «Είναι ένα εξαγώγιμο προϊόν, που δεν στηρίχθηκε ποτέ σε καμία επιδότηση», επισημαίνει στην «ΥΧ» ο γενικός διευθυντής της «Ζευς Ακτινίδια ΑΕ». Όπως ο ίδιος επισημαίνει, μεγαλύτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί από εδώ και στο εξής στη βελτίωση της εικόνας του προϊόντος, του τρόπου διακίνησης και της ποιότητάς του. «Υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης όσον αφορά την ποιότητα του προϊόντος. Ναι μεν το ελληνικό ακτινίδιο είναι καλό, αλλά δεν έχει ακόμα το όνομα των ακτινιδίων Ιταλίας ή Νέας Ζηλανδίας. Πρέπει, δηλαδή, να περάσουμε στη συνείδηση όσων το αγοράζουν ότι είναι ένα εξαιρετικό προϊόν».

Την ποιότητα του ελληνικού ακτινιδίου εξάρει και ο πρόεδρος του ΔΣ της εταιρείας «Όμιλος Κολιού ΑΒΕΕ», Χρήστος Κολιός. «Είναι ένα πολύ ποιοτικό προϊόν, το οποίο μπορεί και στέκεται έναντι των ανταγωνιστικών χωρών. Πιστεύω, όμως, ότι απαιτείται καλλιεργητική συνείδηση, για να παράγουμε ποιοτικό προϊόν και για να το διατηρούμε ψηλά». Όπως εξηγεί, η αγορά έχει διευρυνθεί, με την ελληνική εταιρεία να εξάγει, μεταξύ άλλων, ήδη στην Ινδονησία, στις Φιλιππίνες, στο Χονγκ Κονγκ, στο Κουβέιτ και στη Σαουδική Αραβία.

«Μην ξεχνάμε ότι από την αγορά απουσιάζει η Ρωσία, η οποία απορροφούσε κατά το παρελθόν το 40% της ελληνικής παραγωγής. Όμως, κάναμε προσπάθειες και ανοίχτηκαν νέες αγορές».

Σύμφωνα με τον κ. Κολιό, η αγορά θα μπορούσε να είναι ακόμη πιο διευρυμένη, αρκεί η ίδια η πολιτεία να προχωρούσε σε νέες διακρατικές συμφωνίες, όπως για παράδειγμα με την Αυστραλία, όπου τα ελληνικά προϊόντα είναι περιζήτητα. «Υπάρχουν ενδιαφέρουσες αγορές, με πολύ καλές τιμές, όσον αφορά το προϊόν, αλλά εμείς παραμένουμε ουραγοί. Περιμένουμε να τις ανοίξουν πρώτα οι Ιταλοί».

Ταυτόχρονα, όμως, απαιτούνται και γενναία βήματα που μπορούν να καθορίσουν την περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου. «Όλοι μπορούν να συμβάλουν στην προσπάθεια και η πολιτεία έχει κάποιες ευθύνες», σημειώνει ο κ. Μανώσης, τονίζοντας, μεταξύ άλλων, την ανάγκη διενέργειας όλων των απαραίτητων ελέγχων.

Από την άλλη, και οι ίδιοι οι παραγωγοί οφείλουν να τηρούν απαρέγκλιτα όλες τις ορθές καλλιεργητικές πρακτικές, προκειμένου να μην καταγράφονται απώλειες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λίπανση σε περιόδους που δεν ενδείκνυται, με αποτέλεσμα τα ακτινίδια να μαλακώνουν μέσα σε ενάμιση μήνα.

«Ποιότητα, σωστό πακετάρισμα και συνέπεια», επισημαίνει ο κ. Κολιός ότι είναι οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχία.

Το μέλλον του ελληνικού ακτινιδίου είναι ευοίωνο και οι Έλληνες παραγωγοί που έχουν επενδύσει στην καλλιέργεια μπορούν, ακολουθώντας τα σωστά βήματα, να έχουν ακόμη μεγαλύτερο όφελος. Άλλωστε, αν και πρόκειται για μία απαιτητική καλλιέργεια αναφορικά με τις εδαφοκλιματικές συνθήκες, το υψηλό κόστος επιβαρύνει τον παραγωγό κυρίως κατά την εγκατάσταση (αγορά φυτωριακού υλικού, στησίματος – πάσσαλοι, συρματόσχοινα κ.ά.) που μπορεί να φτάσει τα 2.000 με 2.500 ευρώ/στρέμμα, όπως μας εξηγεί ο κ. Μανώσης.

«Όσον αφορά τα καλλιεργητικά έξοδα», συμπληρώνει ο κ. Κολιός, «δεν είναι μεγάλο το κόστος. Όταν ο αγρότης είναι επαγγελματίας και ασχολείται με το κτήμα του, η ανταπόδοση είναι αρκετά καλή».

Συντονισμός – επιμέλεια έκδοσης: Γεωργία Μπόχτη
Γράφουν: Αθανάσιος Μαυρομάτης, επίκουρος καθηγητής Γενετικής & Βελτίωσης Φυτών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης