Οι εξαγωγές της Ελλάδας ανέρχονται συνολικά σε 131.564 τόνους (δηλαδή το 50 % περίπου της ετήσιας παραγωγής), εκ των οποίων οι 105.437 τόνοι (80,1%) κατευθύνονται –κατά τεκμήριο χύμα– σε Ιταλία και Ισπανία και μόνο οι υπόλοιποι 26.127 τόνοι (19,9%) κατευθύνονται –κατά τεκμήριο επώνυμοι, τυποποιημένοι– είτε στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, είτε στις τρίτες χώρες.

  • Ως μέτρο σύγκρισης, αντίστοιχα με τους ελληνικούς 26.127 τόνους, η μεν Ισπανία εξάγει 435.892 τόνους (και επιπλέον 363.348 χύμα στην Ιταλία), ενώ η Ιταλία εξάγει 356.473 τόνους,
  • Το μερίδιο της Ελλάδας στις 7 μεγαλύτερες εισαγωγείς χώρες κυμαίνεται στο πενιχρό 2,9%,
  • Η Ισπανία έχει αδιαμφισβήτητα κατακτήσει την παγκόσμια ηγεμονία των αγορών, εκτοπίζοντας την Ιταλία,
  • Οι ΗΠΑ με τους 300.000 τόνους που εισάγουν αποτελούν την ατμομηχανή του παγκόσμιου εμπορίου, ενώ ενισχύονται δύο τάσεις. Πρώτον, τα υψηλής ποιότητας έξτρα παρθένα και δεύτερον, η εισαγωγή χύμα για εγχώρια τυποποίηση,
  • Στην παγκόσμια σκηνή αναβαθμίζονται με ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και σοβαρή αγροτική πολιτική, νέες χώρες.

Η σύγκριση των τιμών παραγωγού

Καθρέφτη της χαμένης ανταγωνιστικότητας του ελληνικού ελαιολάδου αποτελούν όχι μόνο οι ισχνές εξαγωγικές επιδόσεις αλλά και οι χαμηλές τιμές παραγωγού. Το γράφημα 1 του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας είναι ενδεικτικό, αν και η πραγματικότητα είναι ακόμη δυσμενέστερη.

elaiki-politiki
Από το προσωπικό αρχείο του Β. Ζαµπούνη

Οι τιμές του Έλληνα ελαιοπαραγωγού για το έξτρα παρθένο (και μάλιστα με καλύτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά και πολύ μεγαλύτερο κόστος παραγωγής) έχουν φθάσει να είναι μικρότερες όχι μόνο του Ιταλού, όπως ανέκαθεν συνέβαινε ή του Ισπανού συναδέλφου του, όπως έχει παγιωθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά ακόμη και του Τυνήσιου.

Διαπιστώσεις

Ένας τεράστιος αναξιοποίητος εθνικός πλούτος. Αίτια και ευθύνες.

Η ελληνική ελαιοκομία διαθέτει:

  • Προϊόντα κορυφαίας ποιότητας (αν και με αρκετά προβλήματα και περιθώρια βελτίωσης).
  • Το χάρισμα της φύσης με άριστες κλιματολογικές συνθήκες (παρά την απειλή της κλιματικής αλλαγής).
  • Μια μακραίωνη πολιτιστική και διατροφική κληρονομιά και καλλιεργητική εμπειρία.
  • Έναν πακτωλό κοινοτικών χρηματοδοτήσεων, που μόνο για τον Α’ πυλώνα έχουν υπερβεί τα 20 δισ. €.

Ωστόσο, επί πολλά χρόνια βαδίζει «από το κακό στο χειρότερο». Επισημάναμε για τις χαμηλές τιμές του Έλληνα ελαιοπαραγωγού και για το μερίδιο του ελληνικού ελαιολάδου στις διεθνείς αγορές, ενώ όλοι επισημαίνουν ότι μόνο το 25-30 % της ελληνικής παραγωγής εμφιαλώνεται και τυποποιείται ώστε να εμπεριέχει μία προστιθέμενη αξία.

Σε εποχή οικονομικής κρίσης, αποτελεί ακατανόητη «σπατάλη» η μη αξιοποίηση αυτού του «εθνικού προϊόντος». Σύμφωνα με παλαιότερη μελέτη του υπογράφοντα για λογαριασμό του ΙΟΒΕ (2001), αλλά και με πρόσφατη μελέτη της ΕΤΕ (2015), οι περίπου 150.000 τόνοι που πωλούνται χύμα και όχι επώνυμοι στην εσωτερική αγορά και σε Ιταλία/Ισπανία, ισοδυναμούν με απώλεια προστιθέμενης αξίας άνω των 300 εκατ. ευρώ, πλέον οι φόροι, ΦΠΑ, οι θέσεις εργασίας. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα «πουλάει τα πρωτοτόκια αντί πινακίου φακής» και γι’ αυτό το ελαιόλαδό της αποτελεί «έναν τεράστιο αναξιοποίητο εθνικό πλούτο».

elaiki-politiki3
Η πρώτη απόπειρα ∆ιεπαγγελµατικής το 1997, πρωτοβουλία Ελιά
και Ελαιόλαδο

Πολλοί επικαλούνται την ανυπαρξία ελαϊκής πολιτικής. Κι όμως, πάντοτε υπήρξε, απλά δεν θέλουμε να την ομολογήσουμε. Συνίσταται στο ότι επικράτησαν οι εύκολες λύσεις:

  • του χύμα στις εξαγωγές (με τα καράβια παλαιότερα και με βυτία σήμερα) και με τους 16κιλους «τενεκέδες» στην εσωτερική αγορά,
  • των «πανωγραψιμάτων», της μεν «ενίσχυσης στην παραγωγή» που ξεπερνούσε τους 450.000 τόνους, όπως και της «ενίσχυσης στην κατανάλωση» για βιομηχάνους/τυποποιητές, που έφτασε τους 182.000 τόνους επί 133 δρχ/κιλό ετησίως.

Η Ισπανία ακολούθησε τον ενάρετο δρόμο, αξιοποίησε τις ενισχύσεις και τελικά οι εξελίξεις την δικαίωσαν.

Στην Ελλάδα, προφανώς, οι ευθύνες επιμερίζονται σε όσους όλα αυτά τα χρόνια διαχειρίστηκαν τις τύχες του ελαιολάδου, αναλογικά, κατά το μερίδιο που συμμετείχαν στη λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων ελαϊκής / αγροτικής πολιτικής.

Μία ευάλωτη ισορροπία για τρεις κυρίως λόγους:

  1. οι πωλήσεις του χύμα στην Ιταλία ολοένα δυσκολεύουν και τα απειλούμενα πλεονάσματα θα ασκήσουν μεγαλύτερες πιέσεις στις τιμές παραγωγού.
  2. η μεταρρύθμιση της ΚΑΠ αναπόφευκτα θα μειώσει το επίπεδο εισοδηματικής στήριξης των ελαιοπαραγωγών.
  3. τα ανεξέλεγκτα φαινόμενα της κλιματικής αλλαγής πλήττουν το μέγεθος και την ποιότητα της πρωτογενούς παραγωγής.
Σύγκριση τιµών παραγωγού:, πηγή: ∆ιεθνές Συµβούλιο Ελαιοκοµίας
Σύγκριση τιµών παραγωγού:, πηγή: ∆ιεθνές Συµβούλιο Ελαιοκοµίας

Προτάσεις ελαϊκής πολιτικής

Δομές και οργάνωση του τομέα με πρώτο βήμα την ίδρυση του Συμβουλίου Τομεακής Ελαιοκομικής Πολιτικής (ΣΤΕΠ): Η οργάνωση του τομέα του ελαιολάδου μέσω της καλής λειτουργίας των επαγγελματικών φορέων όλης της παραγωγικής αλυσίδας, αποτελεί τον βασικό πυλώνα για την ανάπτυξή του (βλέπε το ισπανικό παράδειγμα). Το ΣΤΕΠ θα πρέπει:

  • να έχει αντιπροσωπευτική συμμετοχή από όλες τις φάσεις της αγροδιατροφικής αλυσίδας, με επαγγελματικές οργανώσεις που διαθέτουν αντιπροσωπευτικότητα, διαφάνεια, εσωτερικό αυτοέλεγχο, μητρώα μελών σε όλους τους κλάδους,
  • να συμμετέχει και το ΥΠΑΑΤ, αναγνωρίζοντας τον γνωμοδοτικό του χαρακτήρα,
  • να προσκαλούνται ad hoc υπεύθυνοι υπηρεσιών, Οργανισμών, επιστήμονες,
  • να συνεδριάζει σε τακτική βάση διαθέτοντας στοιχειώδη δομή,
  • να συγκροτήσει επιτελική επιστημονική ομάδα, η οποία θα πραγματοποιήσει μια μελέτη του κόστους της αγροδιατροφικής αλυσίδας (chain value), από τον ελαιώνα έως το τελικό προϊόν στη λιανική,
  • να ακολουθεί ανοικτή δημόσια ενημέρωση για όσα ζητήματα αφορούν τις εξελίξεις του ελαιοκομικού τομέα

ΥΠΑΑΤ – Δημόσια Διοίκηση

  • Να επανέλθει σε μια ενιαία υπηρεσία η ελαιοκομία, ώστε να σταματήσει η από 1/1/2015 τριχοτόμησή της και να αποκατασταθεί η ολοκληρωμένη ευθύνη από τον ελαιώνα έως το τελικό προϊόν,
  •  Περιορισμός των συμβούλων του κάθε υπουργού, με αντίστοιχη ενίσχυση της υπηρεσιακής δομής και ιεραρχίας.
  • Καταμερισμός αρμοδιοτήτων μεταξύ της κεντρικής υπηρεσίας με τις αποκεντρωμένες ΔΑΟΚ στις Περιφέρειες.
  • Γεωργικές Εφαρμογές (agricultural extension) Οι γεωτεχνικοί των Γεωργικών Εφαρμογών του υπουργείου (μαζί με τις ΔΑΟΚ) θα πρέπει να ξαναβρούν τον ρόλο τους, δίπλα στους αγρότες/ελαιοπαραγωγούς ως τους βασικούς τους συμβούλους, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλες τις χώρες του κόσμου.
  • Να ασκηθεί κάθε πίεση ώστε να επανέλθουν Έλληνες εκπρόσωποι σε κρίσιμους διεθνείς Οργανισμούς σε Βρυξέλλες, Μαδρίτη.
  • Να εξεταστεί αν ο ΟΠΕΚΕΠΕ πρέπει να υπάγεται στο ΥΠΑΑΤ ή στο ΥΠΟΙΚ.

Χρειαζόμαστε μια ενάρετη διαχείριση των χρηματοδοτήσεων με αυστηρούς και, κυρίως, ουσιαστικούς ελέγχους και διαφάνεια: Οι επιδοτήσεις, όπως και τα χρηματοδοτούμενα προγράμματα, είναι μεν απαραίτητα, δημιουργούν όμως και στρεβλώσεις, οι οποίες έχουν πληρωθεί πολύ ακριβά. Όσο συνεχίζεται το παλιό «ποσοτικό πανωγράψιμο των κιλών», αντικαθιστώντας το με το σύγχρονο «ποιοτικό πανωγράψιμο», (προγράμματα ΟΕΦ, προώθησης, κ.λπ.) θα υπονομεύεται το πιο σημαντικό όπλο του ελληνικού ελαιόλαδου, η ποιότητά του και, τελικά, το μέλλον του.

Επώνυμα φιαλίδια στη μαζική εστίαση (HORECA): Αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου αυτού που ονομάζουμε «γαστριμαργικός τουρισμός». Απαιτείται άμεση απόφαση του ΥΠΑΑΤ. Μόνο η Ελλάδα από τις ελαιοπαραγωγές χώρες της ΕΕ δεν έχει προχωρήσει. Τα οφέλη, ιδίως λόγω τουριστικού ρεύματος, είναι πολλαπλά. Καταργούνται τα ανώνυμα «λαδόξιδα», τα οποία αποτελούν αιτία δυσφήμησης του έξτρα παρθένου. Αποτελεί άριστο και ανέξοδο τρόπο διαφήμισης των ελληνικών ελαιολάδων στους τουρίστες (και όχι μόνο). Οι ποσότητες ελαιολάδου σε αυτά τα φιαλίδια θα ξεπερνούσαν τους 40.000 τόνους. Η εμπειρία από όσα εστιατόρια το εφάρμοσαν εθελοντικά, μόνο θετικά συμπεράσματα έδωσε για όλους.

Το ισοζύγιο ελαιολάδου στην Ελλάδα (σε χιλιάδες τόνους, ετήσιοι μέσοι όροι)

Παραγωγή 235-275
Αυτοκατανάλωση και άτυπο παραεμπόριο 100-120
Εσωτερική κατανάλωση επώνυμου τυποποιημένου ( ≤5 λίτρα) 35-40
Εξαγωγές χύμα προς Ιταλία και Ισπανία 70-80
Εξαγωγές επώνυμου τυποποιημένου ( ≤5 λίτρα) 30-35

Πηγή: Προσαρμογή επίσημων στατιστικών λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία της αγοράς σύμφωνα με εκτίμηση του συγγραφέα

Ιχνηλασιμότητα: Εφαρμογή όχι μόνο στο «μίκρο» επίπεδο μεμονωμένης επιχείρησης αλλά και σε «μάκρο» επίπεδο χώρας, αξιοποιώντας το άρθρο 7α του κανονισμού 299/2013, ώστε να καταγράφονται από το ΥΠΑΑΤ οι εμπορικές ροές όλων των ελαιολάδων και πυρηνελαίων από το στάδιο των ελαιοτριβείων έως και την τυποποίηση/εμφιάλωση για όλα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με παράλληλα οφέλη να αποκτήσει αξιόπιστα στατιστικά δεδομένα καθώς και για ελέγχους απέναντι σε περιπτώσεις νοθείας, απάτης.

Καλλιέργεια – Πρωτογενής παραγωγή

  • Κανόνες διαχείρισης του φυτωριακού υλικού και επιλογής ποικιλιών,
  •  Καλή γνώση και χαρτογράφηση των ελληνικών ποικιλιών.

Μηχανική συγκομιδή: Η συγκομιδή αποτελεί τον κύριο παράγοντα κόστους της ελαιοκαλλιέργειας. Να υποστηριχθεί η έρευνα για βιομηχανική παραγωγή ευέλικτων, μικρών δονητικών μηχανημάτων, τα οποία θα μπορούν να προσαρμοστούν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ελληνικών ελαιώνων. Επίσης, βελτίωση των ατομικών φορητών ραβδιστικών. Ας διευκρινιστεί ότι τα συστήματα υπέρπυκνων φυτεύσεων μπορούν στην Ελλάδα να έχουν μόνο οριακή διάδοση,

Δακοκτονία και, γενικότερα, φυτοπροστασία: Χρειαζόμαστε ένα σύστημα πιο αποτελεσματικό και λιγότερο κοστοβόρο, ευέλικτο στις τοπικές συνθήκες.

Γεωργία Ακριβείας: Πρέπει η εφαρμογή της να επεκταθεί σε συνδυασμό με τις ορθές γεωργικές πρακτικές.

Αναδασμός: Ο μικρός και πολυτεμαχισμένος κλήρος αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες υψηλού κόστους. Απαιτείται πολιτική στόχευση με αλλαγές του κληρονομικού δικαίου, είτε/και με κίνητρα/αντικίνητρα μέσω των επιδοτήσεων,

Ελαιοτριβείο (Ελαιουργείο) – Πυρηνελαιουργείο

Κοινή (ή συνεχής) άλεση αποτελεί τον άριστο τρόπο λειτουργίας των ελαιοτριβείων

Απόβλητα ελαιοτριβείων: Να υπάρξουν λύσεις κοινά αποδεκτές, τεχνικά αποτελεσματικές, οικονομικά βιώσιμες, περιβαλλοντικά αειφόρες, προσαρμοσμένες στις τοπικές συνθήκες. Αξίζει να εξετασθεί η μέθοδος της φερτάρδευσης,.

Ρεπάσο (ξαναπέρασμα): Θα πρέπει να ελέγχεται με τον πιο αυστηρό τρόπο η εν συνεχεία διαδρομή και πού πραγματικά διατίθεται και καταλήγει αυτό το «λάδι».

Τυποποίηση – Εμφιάλωση

Κατάργηση χύμα 17λιτρου ανώνυμου «τενεκέ»: Αποτελεί θέμα πολυσυζητημένο όπου η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι ότι ο χύμα 17λιτρος τενεκές πρέπει να καταργηθεί. Το ερώτημα είναι με ποιους τρόπους θα επικρατήσει το επώνυμο τυποποιημένο.

Το πεντόλιτρο του παραγωγού: αρκεί να διαθέτει πώμα ασφαλείας και αυτοκόλλητη ετικέτα με τις υποχρεωτικές ενδείξεις και το ονοματεπώνυμο του παραγωγού ή του ελαιοτριβέα ώστε να έχει μικρό κόστος. Ο παραγωγός μπορεί να πουλήσει απευθείας σε ικανοποιητική τιμή στους καταναλωτές, που προμηθεύονται ελαιόλαδο με το όνομα και την εγγύηση του ελαιοπαραγωγού/ελαιοτριβέα σε μία ελεγχόμενη, νόμιμη συναλλαγή.

Η πρόταση για τα 1-2 ελαιοτριβεία/τυποποιητήρια: (Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης 2007-2013 και μελέτη McKinsey,2014), για τη δημιουργία 1-2 γιγαντιαίων μονάδων ελαιοτριβείων και εμφιάλωσης, όπου θα συγκεντρωθεί όλη σχεδόν η παραγωγή. Πρόκειται για απολύτως ανεφάρμοστη, έως και καταστροφική, πρόταση, μάλλον κακή απομίμηση της ισπανικής ελαιοκομίας.

Εμπόριο χύμα

Το εμπόριο χύμα αποτελεί έναν απαραίτητο κρίκο της αγροδιατροφικής αλυσίδας του ελαιολάδου. Πρέπει να θεσπιστούν κανόνες σε τρεις κατευθύνσεις:

  • Μητρώο εμπόρων
  • Ελάχιστες προδιαγραφές που οφείλει να πληροί ο κάθε έμπορος
  • Συστηματικός έλεγχος, οικονομικός και των κανόνων ασφάλειας και υγιεινής.

Λιανικό εμπόριο

Τα κυριότερα προβλήματα αφορούν: Στη δεσπόζουσα θέση που κατέχουν οι αλυσίδες λιανικής. Στις ολιγοπωλιακές καταστάσεις σε βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας των τυποποιητών. Στο άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ τιμής παραγωγού και καταναλωτή. Θα πρέπει να καταργηθούν όλες οι κρυφές και φανερές χρεώσεις σε βάρος των προμηθευτών, μειώνοντας και τους χρόνους εξόφλησής τους, εξισώνοντάς τους με ό,τι ισχύει στις υπόλοιπες χώρες.

Εξαγωγές: Η υποκατάσταση των εξαγωγών χύμα από το επώνυμο τυποποιημένο αποτελεί θεμέλιο ελαϊκής πολιτικής χωρίς να παραβλέπουμε ότι αν δεν έρθουν οι Ιταλοί / Ισπανοί να αγοράσουν αυτούς τους περίπου 80.000 τόνους τότε η ελληνική ελαιοκομία θα βουλιάξει στα αδιάθετα αποθέματά της.

Προώθηση:

  • Αποδείχθηκε λανθασμένη η κατάργηση του Οργανισμό Προώθησης Εξαγωγών (ΟΠΕ) και απαιτείται η επανίδρυση και αναβάθμισή του,
  • Αναβάθμιση της οικονομικής διπλωματίας, που ασκούν οι ΟΕΥ των πρεσβειών,
  • Να ενταθεί ο έλεγχος της γνησιότητας και ποιότητας των εξαγόμενων ελαιολάδων, στα τελωνεία, αλλά και δειγματοληπτικά στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
  • Η χρηματοδότηση των προγραμμάτων προώθησης απαιτεί από το Υπουργείο και τις Περιφέρειες τους πιο αυστηρούς ελέγχους των αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν.

Πολιτική ποιότητας:

  • Συγκέντρωση σε έναν φορέα (ΕΦΕΤ) όλων των αρμοδιοτήτων ελέγχου και επιβολής ποινών,
  • Η ιχνηλασιμότητα αποτελεί βασικό και απαραίτητο «εργαλείο»,
  • Οι επαγγελματικές οργανώσεις όλης της αγροδιατροφικής αλυσίδας και οι ιδιωτικοί οργανισμοί πιστοποίησης θα πρέπει να αναλάβουν τις δικές τους (συν)ευθύνες,
  • Ιδίως για τα προϊόντα πιστοποιημένης ποιότητας και υψηλής προστιθέμενης αξίας οι έλεγχοι θα πρέπει να είναι στοχευμένοι,
  • Προσανατολισμός στην υιοθέτηση ενός νέου εμπορικού πρότυπου με αυστηρότερα όρια για τις διάφορες ποιοτικές κατηγορίες, ιδίως για το έξτρα (premium).

Έρευνα, τεχνολογία και εκπαίδευση: Αποτελεί το βασικό όπλο προώθησης της κατανάλωσης και διεξαγωγής του σύγχρονου εμπορικού πολέμου, όπου ως χώρα είμαστε ουραγός. Το θέμα δεν είναι μόνο έλλειψης κονδυλίων αλλά και συντονισμού όπου το ΣΤΕΠ θα πρέπει να αναλάβει ενεργό ρόλο και αρμοδιότητες.

Διπλωματία: Επειδή η ελληνική ελαιοκομία έχει πολλά κοινά στοιχεία με την ιταλική, γι αυτό θα πρέπει να ενισχυθούν οι δεσμοί των δυο χωρών και να ακολουθήσει μια πολιτική συνεργασίας στην παγκόσμια γεωπολιτική του ελαιολάδου σύμφωνα και με τον σχετικό χάρτη.

xartis-mesogeiou-ellada-italia

Επιμέλεια – Συντονισμός έκδοσης:  Βασίλης Ζαμπούνης