Η αιγοτροφία αντί να αναπτύσσεται, μάλλον απειλείται με εγκατάλειψη, μια και ο παραδοσιακός τρόπος άσκησής της, με τις μικρές εκμεταλλεύσεις, την αδυναμία εκσυγχρονισμού των υποδομών και την απουσία επιχειρηματικού πνεύματος, την καθιστούν μη βιώσιμη. Σε αυτό, πάντως, που συμφωνούν όλοι οι εμπλεκόμενοι με την εκτροφή, είναι ότι το μέλλον του κλάδου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους ίδιους τους παραγωγούς, που θα πρέπει να λειτουργήσουν ως επιχειρηματίες, με την υποστήριξη βέβαια των κρατικών φορέων αλλά και των ερευνητικών ινστιτούτων και πανεπιστημίων. Παράλληλα, οι μικρές εκμεταλλεύσεις θα πρέπει να αναβαθμιστούν, με στόχο τη δημιουργία ημι-εντατικά εκτρεφόμενων ομάδων 300-500 ζώων και να συνδυαστούν με την ιδιοπαραγωγή ζωοτροφών, καθώς και με ένταση των προσπαθειών για βελτίωση της ποιότητας γάλακτος και των μεθόδων εκτροφής.

Eκτατικής μορφής ανάπτυξη, με πολλές ιδιομορφίες

Οι εκτρεφόμενες στη χώρα μας αίγες στη μεγάλη τους πλειονότητα (>70%) ανήκουν στην εγχώρια ελληνική αίγα του τύπου Capra Prisca.

Η αιγοτροφία (μαζί με την προβατοτροφία) στην Ελλάδα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της ζωικής παραγωγής. Οι γαιοφυσικές και οικονομικές συνθήκες της χώρας μας ευνοούσαν ανέκαθεν την ανάπτυξη της αιγοτροφίας. Το γίδινο γάλα και κρέας αποτελούσαν πάντα σημαντική πηγή πρωτεϊνών ζωικής προέλευσης για τους Έλληνες, που τους συνόδευε από κοντά στη μακραίωνη ιστορία τους με αμείωτη ένταση. Ο κλάδος αυτός της ελληνικής κτηνοτροφίας χαρακτηρίζεται από εκτατικής μορφής ανάπτυξη, με πολλές ιδιομορφίες, σε στενή εξάρτηση με το φυσικό περιβάλλον, και από έλλειψη τυποποίησης των παραγόμενων προϊόντων. Αυτά, σε συνδυασμό με το μικρό μέγεθος των αιγοτροφικών εκμεταλλεύσεων, έχουν ως συνέπεια το χαμηλό σχετικά εισόδημα στις περισσότερες εκμεταλλεύσεις, που ποικίλλει από εποχή σε εποχή, ακόμη και από αιγοτρόφο σε αιγοτρόφο. Ο αριθμός των ασχολούμενων με τον κλάδο νέων αιγοτρόφων, λόγω και των δύσκολων συνθηκών παραγωγής ή διαβίωσης, δεν είναι αρκετά μεγάλος, ώστε να αντικαταστήσει τους ήδη ηλικιωμένους αιγοτρόφους, που πρόκειται να αποσυρθούν από το επάγγελμα.

Οι εκτρεφόμενες στη χώρα μας αίγες στη μεγάλη τους πλειονότητα (>70%) ανήκουν στην εγχώρια ελληνική αίγα του τύπου Capra Prisca. Εκτρέφεται, επίσης, μικρός αριθμός (0,1%) καθαρόαιμων αιγών των φυλών Saanen, Alpine, και Toggenburg, καθώς και σημαντικός αριθμός (>25%) μιγάδων των φυλών αυτών και της φυλής Maltese με εγχώριες ελληνικές αίγες. Το εφαρμοζόμενο σύστημα εκτροφής είναι εντατικό ή ημιεντατικό για τις εγχώριες ελληνικές αίγες και τις μιγάδες και εντατικό για τις αίγες των καθαρόαιμων φυλών. Σημαντικός, όμως, αριθμός αιγών εκτρέφεται οικόσιτα. Έτσι, ανάλογα με το εφαρμοζόμενο σύστημα εκτροφής, οι ελληνικές αίγες διακρίνονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες, οι οποίες είναι οι εξής:

  1. Οικόσιτα
  2. Μη ποιμενικά μετακινούμενα
  3. Ποιμενικά μετακινούμενα

Η παραγωγική, γενικά, ικανότητα των ελληνικών αιγών είναι χαμηλή. Αυτό οφείλεται στο χαμηλό γενετικό δυναμικό των ζώων, αλλά και στο εφαρμοζόμενο σύστημα εκτροφής, που δεν επιτρέπει την πλήρη εκδήλωσή του. Οι ελληνικές αίγες, αν και δεν υστερούν σε σωματικό βάρος εκείνων των υψηλής παραγωγικής ικανότητας αλπικών αιγών της Ευρώπης, εντούτοις είναι, γενικά, όψιμα ζώα.

Το γίδινο γάλα και κρέας αποτελούσαν πάντα σημαντική πηγή πρωτεϊνών ζωικής προέλευσης για τους Έλληνες, που τους συνόδευε από κοντά στη μακραίωνη ιστορία τους με αμείωτη ένταση.
Το γίδινο γάλα και κρέας αποτελούσαν πάντα σημαντική πηγή πρωτεϊνών ζωικής προέλευσης για τους Έλληνες, που τους συνόδευε από κοντά στη μακραίωνη ιστορία τους με αμείωτη ένταση.

Χαρακτηρίζονται από μακριά αναπαραγωγική περίοδο (Ιούνιο-Δεκέμβριο), σπάνια όμως εμφανίζουν οίστρο και γονιμοποιούνται σε ηλικία μικρότερη των 18 μηνών. Εξαίρεση αποτελούν μόνο τα βελτιωμένα και εντατικά εκτρεφόμενα ζώα, τα οποία πραγματοποιούν τον πρώτο τους τοκετό σε ηλικία πολλές φορές μικρότερη των 18 μηνών. Ο μέσος δείκτης πολυδυμίας στη γέννηση είναι χαμηλός (1,3), λίγες όμως είναι οι αίγες που μπορούν να γαλουχήσουν ικανοποιητικά δίδυμα κατσίκια μέχρι τη σφαγή που πραγματοποιείται σε ηλικία 35 έως 55 ημερών μετά τον τοκετό ή μέχρι τον απογαλακτισμό, που φυσιολογικά διενεργείται σε ηλικία 35-55 ημερών.

Η γαλακτοπαραγωγική ικανότητα είναι χαμηλή και το εμπορεύσιμο γάλα κατά αρμεκτική περίοδο ανέρχεται σε 134 κιλά/αίγα (Γούλας Π. 1993), συμβάλλοντας όμως κατά 62% στην ακαθάριστη ετήσια πρόσοδο από αυτά. Η κρεατοπαραγωγική ικανότητα των αιγών γενικά είναι περιορισμένη, των ελληνικών αιγών, όμως, είναι ιδιαίτερα χαμηλή, συμβάλλοντας μόνο κατά 38% περίπου στην ακαθάριστη ετήσια από αυτά πρόσοδο. Τα μονόδυμα κατσίκια έχουν σωματικό βάρος στη γέννηση 2,5-3,5 Κg και η μέση ημερήσια αύξησή τους κατά την περίοδο της γαλουχίας δεν ξεπερνά τα 0,15 Κg.

Η τριχοπαραγωγική (τραγόμαλο) ικανότητα των ελληνικών εγχώριων αιγών είναι ποσοτικά ικανοποιητική. Κατά την κουρά παράγονται 0,2-0,3 Κg/κεφαλή τριχώματος χοντρόινου και σκληρού, κατάλληλου μόνο για την κατασκευή καπών και κιλιμιών, ιδιαίτερα επιζητούμενων άλλοτε από τους κατοίκους των ορεινών περιοχών της Ελλάδας. Σήμερα, το «τραγόμαλλο» είναι αζήτητο και οι δαπάνες για την κουρά των ζώων δεν καλύπτονται, γι’ αυτό πολλοί αιγοτρόφοι εγκαταλείπουν την κουρά των ζώων τους. Σε ορισμένες όμως περιοχές, όπου οικοδομούνται πολυτελείς μονοκατοικίες, η κάλυψη των τοίχων και των οροφών τους με επίχρισμα ενισχυμένο με «τραγόμαλλο», για καλύτερη συνοχή του και πρόσφυσή του στον τοίχο, αύξησε σημαντικά τη ζήτηση και φυσιολογικά την τιμή του. Σε ό,τι αφορά τα αιγοδέρματα, αυτά ακολουθούν την τύχη των πρόβειων δερμάτων, εξάγονται σε χαμηλές τιμές ακατέργαστα και εισάγονται σε υψηλές τιμές κατεργασμένα.

Γαλακτοπαραγωγικές φυλές αιγών εκτρεφόμενων στην Ελλάδα

Εγχώρια ελληνική φυλή (CAPRA PRISCA): Είναι ελληνικής προέλευσης και καταγωγής με ποικιλία χρωμάτων: λευκό, ερυθρό μαύρο, «κανούτο, γκέσο» και όλοι οι ενδιάμεσοι χρωματισμοί. Έχει σωματικό βάρος 35-65Kg και είναι μακρύτριχη, κερασφόρα, με ευθύ επιρρίνιο, μέσου μεγέθους αφτιά, ζωηρή μάλλον με ιδιοσυγκρασία.

Επίσης, έχει χαμηλό δείκτη πολυδυμίας (1,3), μακριά αναπαραγωγική περίοδο, γαλακτοπαραγωγή (134 Κg), χαμηλή εμμονή γαλακτοπαραγωγής, υψηλή περιεκτικότητα του γάλακτος σε λίπος (5,6%) και πρωτεΐνες (3,7%). Είναι κατάλληλη για ξηρά, θερμά κλίματα, με φτωχούς βοσκότοπους και εκτατικές συνθήκες εκτροφής. Η αλλαγή του τρόπου εκτροφής σε ημιενσταβλισμένο σύστημα αυξάνει και την παραγόμενη ποσότητα κρέατος (γεννηθέντα περισσότερα ερίφια) και την παραγόμενη ποσότητα γάλακτος, λόγω της καλύτερης ποσότητας τροφής (Π. Γούλας 1993).

aigotrofia-ktinotrofia5

Φυλή αίγας Σκοπέλου: Προέρχεται από τα Νησιά των Σποράδων (Σκόπελος, Αλόννησος και Σκιάθος) του Ν. Μαγνησίας. Τα χρώματά της είναι φαιό, ερυθρό, ορφνό και όλοι οι ενδιάμεσοι χρωματισμοί και έχει σωματικό βάρος 50-60. Είναι βραχύτριχη, κερασφόρα, με ευθύ επιρρίνιο και μέσου μεγέθους αφτί. Όψιμη γενετήσια ωριμότητα, χαμηλός δείκτης πολυδυμίας (1,30), διάρκεια γαλακτικής περιόδου 200-220 ημέρες, καλή γαλακτοπαραγωγή (330 Κg) και υψηλή περιεκτικότητα του γάλακτος σε λίπος (5,5%).

Κατάλληλη για ξηρά θερμά κλίματα με φτωχούς βοσκότοπους και εκτατικές συνθήκες εκτροφής. Ο συνολικός αριθμός αιγών φυλής Σκοπέλου είναι κάτω των 7.000 κεφαλών και, για αυτόν τον λόγο, η φυλή Σκοπέλου εντάχθηκε στα αυτόχθονα ζώα υπό προστασία, χορηγώντας πρόσθετες επιδοτήσεις στους παραγωγούς που τα εκτρέφουν.

Ξένες φυλές αιγών που εκτρέφονται στην Ελλάδα

Φυλή Saanen: Προέρχεται από την Ελβετία, με λευκό χρωματισμό και σωματικό βάρος 60-80Κg. Έχει βραχύ τρίχωμα και υπογένειο στους τράγους, κερασφόρα και ακέρατη, κοίλο επιρρίνιο, μέσου μεγέθους ανορθωμένα αφτιά.

Πρώιμη γενετήσια ωριμότητα, δείκτης πολυδυμία 1,8-2,0 υψηλή γαλακτοπαραγωγή (700-900 λίτρα γάλακτος/αίγα), μακριά γαλακτική περίοδο και εμμονή στη γαλακτοπαραγωγή, χαμηλή περιεκτικότητα του γάλατος σε λίπος (3,4%) και πρωτεΐνες (3,0%).

Φυλή Αlpine: Προέρχεται από τις Άλπεις με ορφνό-μαύρο χρωματισμό και σωματικό βάρος 45-60Kg. Eίναι βραχύτριχη με υπογένειο στους τράγους, κερασφόρα, με ανορθωμένα αφτιά, κοίλο επιρρίνιο, υψηλά άκρα, καλή διάπλαση μαστού. Πρώιμη γενετήσια ωριμότητα, δείκτης πολυδυμίας 1,8-2,0, μακριά γαλακτική περίοδο, υψηλή γαλακτοπαραγωγή (500-750Κg), εμμονή στη γαλακτοπαραγωγή, χαμηλή περιεκτικότητα του γάλακτος σε λίπος (3,4%) και πρωτεΐνες (3,0%). Ιδιαίτερα αυξημένες απαιτήσεις σε χονδροειδείς ζωοτροφές.

Φυλή Δαμασκού: Προέρχεται από τη Συρία, με ερυθρό φαιό, ορφνό χρωματισμό και έχει σωματικό βάρος 50-70Kg. Είναι μακρύτριχη, με κυρτό επιρρίνιο, κερασφόρα και ακέρατη, μεγάλα κρεμάμενα αφτιά, υπογένειο στους τράγους και έχει ζωηρή ιδιοσυγκρασία. Πρώιμη γενετήσια ωριμότητα, δείκτης πολυδυμίας 1,7-1,8, μέτρια γαλακτοπαραγωγή (400-500 λίτρα γάλακτος/αίγα), μέτρια εμμονή στη γαλακτοπαραγωγή, μέτρια περιεκτικότητα του γάλακτος σε λίπος και πρωτεΐνες. Κατάλληλη για θερμά, ξηρά κλίματα και βοσκότοπους μέτριας ποιότητας.

Ανεκμετάλλευτη παρά την ποιοτική αξία των προϊόντων

Η αιγοτροφία υπολείπεται της προβατοτροφίας, αποτελώντας ουσιαστικά μικρό «παρακλάδι» της

Την πρωτιά στην εκτροφή αιγών στην Ευρώπη –αν και καταγράφεται μείωση του ζωικού κεφαλαίου, της παραγωγής γάλακτος αλλά κυρίως της παραγωγής κρέατος (μείωση σε ποσοστό 44% από το 2012 έως σήμερα)– κατέχει η Ελλάδα. Η ποιοτική αξία των ελληνικών προϊόντων αίγας είναι ευρέως γνωστή και κατά καιρούς έχουν εκδηλωθεί προθέσεις από εταιρείες του εξωτερικού για μεταποίησή τους ή εμπορίας τους (σ.σ. Γαλλία για την παρασκευή delicatessen τυριών). Όμως, η υπεραξία αυτή δεν φαίνεται να κεφαλαιοποιείται, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη εκτροφή να υπολείπεται της προβατοτροφίας, αποτελώντας ουσιαστικά μικρό «παρακλάδι» της.

Αριθμοί

Αν και, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η χώρα μας βρίσκεται στην πρώτη θέση στην εκτροφή αιγών στην Ευρώπη το 2015 –όπως προαναφέραμε– με περίπου 4 εκατ. ζώα, ο συνολικός αριθμός παρουσιάζει μείωση σε σχέση με το 2014 που ήταν 4,2 εκατ. αίγες και το 2012 που αριθμούσαν 4,9 εκατ. (μείωση σε ποσοστό 20%).

Ακόμα χειρότερα είναι τα πράγματα όσον αφορά την παραγωγή κρέατος αιγών στη χώρα μας, που από το 2012 έως το 2014 παρουσίασε μείωση της τάξεως του 44%, από 52 χιλιάδες τόνους σε 29,9 χιλιάδες τόνους.

Όσον αφορά το γίδινο γάλα, σύμφωνα με στοιχεία που παραχώρησε στην «ΥΧ» ο Σύνδεσμος Ελληνικής Κτηνοτροφίας (ΣΕΚ), στην Ελλάδα παράγονται κατά μέσο όρο περίπου 130.000 τόνοι γίδινου γάλακτος, ενώ η παραγωγή τα τελευταία δύο χρόνια παρουσιάζει μία μικρή μείωση της τάξεως του 2%, φτάνοντας περίπου τις 450 χιλιάδες τόνους.

Επίσης, σύμφωνα με τον ΣΕΚ και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), στη χώρα μας εκτρέφεται το 35% (4 εκατ. ζώα) των αιγών της ΕΕ, με την Ισπανία να ακολουθεί με 22% (3 εκατ. ζώα), τη Ρουμανία με 12% (1,4 εκατ. ζώα) και τη Γαλλία με 10% (1,2 εκατ. ζώα). Σε παγκόσμιο επίπεδο, το Μπαγκλαντές, η Κίνα, η Ινδία και το Πακιστάν εκτρέφουν το 45% του συνόλου των περίπου 1 δισ. αιγών.

Θεσσαλία

Στη χώρα μας, η Περιφέρεια Θεσσαλίας κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό της ελληνικής παραγωγής αίγιου γάλακτος. Ειδικότερα, στη Θεσσαλία εκτρέφονται περίπου 3 εκατ. αιγοπρόβατα (εκ των οποίων περίπου 500 χιλιάδες βρίσκονται στην Ελασσόνα).

aigotrofia-ktinotrofia Ένας ικανοποιητικός αριθμός κατσικιών προκειμένου να ξεκινήσει κάποιος μία μονάδα και να είναι βιώσιμη, θα πρέπει να είναι γύρω στα 200
Ένας ικανοποιητικός αριθμός κατσικιών προκειμένου να ξεκινήσει κάποιος μία μονάδα και να είναι βιώσιμη, θα πρέπει να είναι γύρω στα 200

«Πάντα είχαμε αυξημένη εκτροφή αιγών στη χώρα μας και αυτό ξεκίνησε από την παραγωγή φέτας, που για να βγει η πιστοποίηση θα έπρεπε να περιέχει και ένα μέρος κατσικίσιου γάλακτος, και έτσι συνεχίστηκε η εκτροφή αιγών στην Ελλάδα», εξηγεί στην «ΥΧ» ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Κτηνοτροφικών Συλλόγων Θεσσαλίας, Νίκος Παλάσκας.

Και προσθέτει: «Συγκριτικά με τα πρόβατα, η κατσίκα έχει μικρότερο κόστος εκτροφής, καθώς το 80% των αιγών στη χώρα μας είναι ελευθέρας βοσκής και το 50% της ζωοτροφής που τρώνε στους στάβλους προέρχεται από πουρνάρια και χορτάρια. Επίσης, το γίδινο γάλα είναι από τα πιο θρεπτικά και υγιεινά, απλά δεν έχει αναγνωριστεί η αξία του και οι καταναλωτές δεν το προτιμούν. Η τιμή του κυμαίνεται από 0,60 – 0,70 ευρώ/κιλό για τον παραγωγό».

Κόστος

Σύμφωνα με τους κτηνοτρόφους, ένας ικανοποιητικός αριθμός κατσικιών προκειμένου να ξεκινήσει κάποιος μία μονάδα και να είναι βιώσιμη, θα πρέπει να είναι γύρω στα 200. Η τιμή του κάθε ζώου κοστίζει από 100 μέχρι 120 ευρώ για τις κρεατοπαραγωγικές και μέχρι 150 ευρώ για βελτιωμένες γαλακτοπαραγωγικές φυλές.

Οι εγκαταστάσεις για τη φύλαξη των αιγών –σύμφωνα και με τον κ. Παλάσκα– είναι συνήθως πρόχειρης κατασκευής, γιατί σαν ζώα είναι πολύ ανθεκτικά. Για 200 κατσίκες, αν υπολογίσουμε ότι χρειάζονται εγκαταστάσεις 300 τ.μ., το κόστος στέγασης θα είναι γύρω στις 30.000 ευρώ. Όσον αφορά τον μηχανολογικό εξοπλισμό, ένα 24άρι αρμεκτήριο κοστίζει από 25.000 – 27.000 ευρώ, 30.000 ευρώ κοστίζει η αγορά των αιγών και διάφορα μηχανήματα και εξοπλισμός, όπως μία χαρμανιέρα και μία μικρή αυτόματη ταΐστρα. Συνολικά, το κόστος κυμαίνεται στα 100.000 χιλιάδες ευρώ περίπου.

Με δεδομένα όλα τα παραπάνω, αλλά και τη διατροφική αξία των προϊόντων των αιγών, το τελευταίο διάστημα έχουν ξεκινήσει κάποιες προσπάθειες ανάδειξης και εμπορικής εκμετάλλευσής τους προς όφελος των κτηνοτρόφων – παραγωγών. Χαρακτηριστική είναι η προσπάθεια του Κτηνοτροφικού Συνεταρισμού «Θρακών Αμνός», που αναμένεται να ξεκινήσει τη λειτουργία των πρώτων αυτόματων πωλητών (ΑΤΜ) γίδινου γάλακτος. «Αυτή την στιγμή είμαστε στην ολοκλήρωση των δύο πρώτων καταστημάτων αυτόματων πωλητών κατσικίσιου γάλακτος σε Αλεξανδρούπολη και Κομοτηνή», ανέφερε στην «ΥΧ» ο Χρήστος Παρασχούδης, πρόεδρος του Συνεταιρισμού. Από την πλευρά της, η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Κρέατος (ΕΔΟΚ) ξεκινάει ένα πρόγραμμα προβολής και προώθησης αιγοπρόβειου κρέατος, που για τη χώρα μας αποτελεί την πρώτη συντονισμένη προσπάθεια προβολής του αίγιου κρέατος τόσο εντός των συνόρων όσο και σε αγορές όπως αυτές της Ιταλίας, της Ισπανίας κ.ά.

Συντονισμός – Επιμέλεια έκδοσης: Κυριάκος Λάμπρου
Γράφουν: Δρ. Παναγιώτης Γούλας, καθηγητής Ζωοτεχνίας