Μαστίτιδα Αιγοπροβάτων

Μαστίτιδα καλείται η φλεγμονή του μαστικού αδένα, που οφείλεται σε διάφορους αιτιολογικούς παράγοντες. Χαρακτηρίζεται από την αύξηση των λευκοκυττάρων στο γάλα και τα παθολογικά ευρήματα στον μαστικό ιστό. Είναι η πιο σημαντική ασθένεια του μαστικού αδένα και στην Ελλάδα θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα σε όλες τις εκτροφές προβάτων και αιγών με μεγάλες οικονομικές απώλειες.

Αίτια

Τα βακτήρια Staphylococcus aureus subsp. aureus και Pasteurella haemolytica είναι οι σημαντικότεροι αιτιολογικοί παράγοντες στις μαστίτιδες. Περιστατικά μαστίτιδων από εντεροβακτηρίδια έχουν αναφερθεί σε ενσταβλισμένα κοπάδια, συνηθέστερα στην αμέσως μετά τον τοκετό περίοδό τους. Τα μυκοπλάσματα προκαλούν λοιμώδη αγαλαξία (παρμάρα). Ο ιός της προϊούσας πνευμονίας μπορεί να προκαλέσει σκληρυντική μαστίτιδα και υπογαλαξία στα αιγοπρόβατα, εναλλακτικά μπορεί να προκαλέσει ατροφία των μαστικών αδένων. Σπανιότερα, περιστατικά μαστίτιδας από στρεπτόκοκκους παρατηρούνται κυρίως σε εκτροφές με μηχανική άμελξη.

Παράγοντες

Περιβαλλοντικοί παράγοντες: Διάφορα έντομα μπορούν να μεταδώσουν βακτήρια σε θηλές ασθενών και υγιών ζώων. Επίσης, η επιμόλυνση των θηλών ενσταβλισμένων ζώων με κόπρανα, οδηγεί σε μόλυνση μαστικών αδένων με εντεροβακτήρια.

Μορφολογικοί παράγοντες: Παράγοντες, όπως το μήκος ή η διάμετρος της θηλής, είναι πιθανό να επηρεάζουν την είσοδο βακτηρίων στον μαστικό αδένα. Ζώα με υπερμεγέθεις θηλές, των οποίων είναι δύσκολος ο θηλασμός, είναι πιο ευπαθή στην εμφάνιση μαστίτιδας.

Τα βακτήρια Staphylococcus aureus subsp. aureus και Pasteurella haemolytica είναι οι σημαντικότεροι αιτιολογικοί παράγοντες στις μαστίτιδες
Τα βακτήρια Staphylococcus aureus subsp. aureus και Pasteurella haemolytica είναι οι σημαντικότεροι αιτιολογικοί παράγοντες στις μαστίτιδες

Ζωοτεχνικοί παράγοντες: Γενικά, η μαστίτιδα παρουσιάζεται συχνότερα μετά από έντονους κρύους ανέμους. Η βόσκηση σε λασπώδη εδάφη έχει συσχετιστεί με μαστίτιδα, λόγω μόλυνσης των μαστικών αδένων από το έδαφος, οφειλόμενη σε εντεροβακτηρίδια. Η αύξηση της συχνότητας άμελξης από δύο σε τρεις φορές καθημερινά, οι λανθασμένα ρυθμισμένες αρμεκτικές μηχανές και η κατάκλιση των ζώων αμέσως μετά την άμελξή τους προδιαθέτουν σε μαστίτιδα. Η παράλειψη ή η ελλιπής απολύμανση των χεριών των αρμεκτών ή των αρμεκτικών συστημάτων, επίσης προδιαθέτει σε μαστίτιδα.

Διαβάστε ακόμη: Αιγοτροφία – Εκσυγχρονισμός και ανάπτυξη

Διατροφικοί παράγοντες: Τα χαμηλά επίπεδα σεληνίου και βιταμίνης Ε σχετίζονται με αυξημένα κρούσματα κλινικής μαστίτιδας. Επίσης, η ψευδαργυροπενία προδιαθέτει σε μαστίτιδα, καθώς ο ψευδάργυρος παίζει σημαντικό ρόλο στην ακεραιότητα και τη λειτουργία των κεράτινων σχηματισμών του σώματος.

Νοσολογικοί παράγοντες: Τραυματισμοί της θηλής, οι οποίοι προκαλούνται από λοιμώδεις ασθένειες ή από την αρμεκτική μηχανή ή από τα δόντια των αμνοεριφίων ή κατά το κούρεμα, προδιαθέτουν σε μαστίτιδα, λόγω μείωσης της τοπικής αμυντικής ικανότητας του ζώου.

Κλινική εικόνα

Στα αιγοπρόβατα παρουσιάζεται η κλινική μαστίτιδα, η οποία εμφανίζεται με ποικιλία κλινικών συμπτωμάτων, και η υποκλινική μαστίτιδα, στην οποία η φλεγμονή του μαστικού αδένα δεν είναι κλινικά εμφανής.

Η κλινική χαρακτηρίζεται από θερμότητα και οίδημα του μαστού, αλλαγή της σύνθεσης του γάλακτος, το οποίο από φυσιολογικό γίνεται βλενοπυώδες, πυώδες και τελικά υδαρές, με συνήθη κατάληξη την αγαλαξία, με την εμφάνιση κλινικών συμπτωμάτων, όπως πυρετός και ταχυκαρδία, και αρκετές φορές τον θάνατο.

Η υποκλινική χαρακτηρίζεται από απουσία οπτικής αλλοίωσης, μείωση της ποσότητας και υποβάθμιση της ποιότητας του παραγόμενου γάλακτος καθώς και έντονη παρουσία φλεγμονωδών κυττάρων στο γάλα.

Οι υποκλινικές μαστίτιδες δεν παρουσιάζουν κανένα κλινικό σύμπτωμα, παρά μόνο μείωση της γαλακτοπαραγωγής. Έτσι, η διάγνωσή τους είναι δύσκολη και γίνεται με τη διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων, που βασίζονται στον αυξημένο αριθμό σωματικών κυττάρων στο γάλα, στην απομόνωση και ταυτοποίηση των μικροοργανισμών,στην εργαστηριακή διαπίστωση της αλλαγής της χημικής σύστασης του γάλακτος.

Θεραπεία

Η θεραπευτική αγωγή πρέπει να βασίζεται στην άμεση έναρξη, με τη διαπίστωση των πρώτων κλινικών συμπτωμάτων, την πραγματοποίηση ενδομαστικής έγχυσης αντιβιοτικών, συνδυαζόμενη με υποδόρια ή ενδοφλέβια χορήγηση σε περιπτώσεις συνύπαρξης μαστικών και γενικευμένων συμπτωμάτων και, τέλος, στη χρήση αντιβιοτικών γνωστών για την αποτελεσματικότητά τους.

Η έγκαιρη διάγνωση της μαστίτιδας, ο άμεσος διαχωρισμός των ασθενών ζώων και η αποτελεσματική θεραπεία των κλινικών περιστατικών, συμβάλουν αποτελεσματικά στη μείωση της βαρύτητας, αλλά και της διάρκειας της μόλυνσης των ήδη μολυσμένων μαστικών αδένων. Η συστηματική χορήγηση αντιβιοτικών ενδείκνυται όταν η διαδρομή της νόσου είναι υπεροξεία και συνοδεύεται από γενικευμένα συμπτώματα, άρα υπάρχει ενδεχόμενο βακτηριαιμίας, σε χρονίζουσα, υποξεία μαστίτιδα, όπου υπάρχει πιθανότητα απόφραξης του εκφορητικού συστήματος του μαστικού αδένα από συσσωματώματα κυττάρων και βακτηρίων, παρεμποδίζοντας τη διάχυση του ενδομαστικού αντιβιοτικού και για τη θεραπευτική αντιμετώπιση αποστημάτων στον μαστικό αδένα. Η συχνή εξέταση του γάλακτος, με σκοπό τον προσδιορισμό του αριθμού των σωματικών κυττάρων, βοηθά στη γρήγορη διάγνωση και θεραπεία των υποκλινικών μαστίτιδων.

Πρόληψη

Για την πρόληψη της νόσου σε αίγες ή προβατίνες, που θηλάζουν ερίφια ή αρνιά αντίστοιχα, συνιστάται μείωση της πυκνότητας των ζώων στον στάβλο, βελτίωση της γενικής κατάστασης των ζώων και ορθολογική διατροφή τους, χωρισμός των μεγάλων τοκετοομάδων και εφαρμογή τεχνητού θηλασμού σε αρνιά και ερίφια και, τέλος, διατήρηση υγιών θηλών και άμεση αντιμετώπιση οποιωνδήποτε αλλοιώσεών τους.

Για την πρόληψη της νόσου σε αίγες ή προβατίνες που αρμέγονται, συνιστάται σωστή προετοιμασία των ζώων πριν από κάθε άρμεγμα, η οποία περιλαμβάνει το πλύσιμο του μαστού και την απόρριψη των πρώτων ριπών γάλακτος των μαστικών αδένων κάθε αίγας και προβατίνας, εφαρμογή σωστής διαδικασίας άμελξης, έγκαιρη εντόπιση των περιστατικών μαστίτιδας και χωριστή άμελξη των ζώων με μαστίτιδα, είτε αυτή γίνεται χειρωνακτικά είτε μηχανικά. Επίσης, συνιστάται η βελτίωση των ζωοτεχνικών παραμέτρων που αναφέρθηκαν παραπάνω, αλλά και η διατήρηση της υγείας του μαστού και των θηλών. Τέλος, η χορήγηση αντιμικροβιακών παραγόντων στο τέλος της γαλακτικής περιόδου, αποσκοπεί στην αποδρομή των υφιστάμενων, συνήθως υποκλινικών, λοιμώξεων.

Ο καταρροϊκός πυρετός των μηρυκαστικών

H ενασχόληση του πληθυσμού της υπαίθρου με την κτηνοτροφία ανέκαθεν αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί μια προσοδοφόρα επαγγελματική διέξοδο. Ιδιαίτερα η εκτροφή μηρυκαστικών (πρόβατα, αίγες, βοοειδή) αποτελεί τη συνηθέστερη επιλογή των Ελλήνων κτηνοτρόφων, καθώς τα συγκεκριμένα ζώα αξιοποιούν με τον καλύτερο τρόπο την πλούσια βλάστηση της χώρας μας προς παραγωγή πολύτιμων προϊόντων, όπως κρέας, γάλα και μαλλί. Για να είναι, όμως, η ενασχόληση με την εκτροφή των μηρυκαστικών επικερδής, θα πρέπει να είναι εξασφαλισμένη η καλή υγεία των ζωών. Δυστυχώς, πολλά νοσήματα στέκονται εμπόδιο στην άσκηση του επαγγέλματος του κτηνοτρόφου και αυτός, με την αρωγή των κτηνιάτρων και άλλων επιστημόνων του γεωτεχνικού τομέα, θα πρέπει να βρίσκει λύσεις αντιμετώπισης για να διατηρεί υψηλό το επίπεδο παραγωγής και την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων.

Ένα από τα νοσήματα που, κατά καιρούς, έχει κάνει την εμφάνισή του στην ελληνική επικράτεια με τη μορφή επιζωοτίας είναι ο καταρροϊκός πυρετός, άλλοτε με εντονότερη και άλλοτε με πιο ήπια εμφάνιση. Τελευταία περίοδος έξαρσης του νοσήματος στη χώρα μας ήταν το έτος 2014, που η νόσος έπληξε την πλειονότητα των νομών της χώρας μας με σημαντικές οικονομικές απώλειες για τους κτηνοτρόφους.

Διαβάστε ακόμη: Εκτροφή βοειδών – Ορθές πρακτικές για αποτελεσματική πάχυνση

Ο καταρροϊκός πυρετός πλήττει όλα το κατοικίδια και άγρια μηρυκαστικά, αλλά κυρίως πρόβατα και λιγότερο βοοειδή και αίγες. Αυτό εξαρτάται από τον πρότυπο του ιού, καθώς έχουν ταχτοποιηθεί μέχρι τώρα 24 ορότυποι. Το νόσημα οφείλεται σε ιό που ανήκει στο γένος orbivirus της οικογένειας Reoviridae και η μετάδοση γίνεται με νύγματα (τσιμπήματα) εντόμων του γένους culicoides (κουνούπια) που, ως γνωστόν, είναι άφθονα τους θερμούς και υγρούς μήνες του χρόνου.

kataroikos-piretosΜετά τη μόλυνση του ζώου και έπειτα από μια περίοδο επώασης, που κυμαίνεται μεταξύ 4-14 ημερών, το μολυσμένο ζώο εμφανίζει συμπτώματα, η σοβαρότητα των οποίων εξαρτάται από τον ορότυπο, τη φυλή του ζώου, τη γενικότερη κατάσταση της υγείας του και τη θρεπτική του κατάσταση. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει η έκθεσή του σε άμεση και για παρατεταμένο χρόνο ηλιακή ακτινοβολία, καθώς παρατηρείται ότι τα συμπτώματα εντείνονται υπό την έκθεση στον ήλιο.

Συμπτώματα

Στην οξεία μορφή, η συμπτωματολογία ποικίλλει και περιλαμβάνει πυρετό, οίδημα στην περιοχή του στόματος των αφτιών και των οφθαλμών. Επίσης, επιπεφυκίτιδα, ρινίτιδα, φλεγμονή και εξέλκωση του στοματικού βλεννογόνου με διαβρωμένες και νεκρωτικές περιοχές και έντονη σιελόρροια.

Σπάνια παρατηρείται οίδημα και μελανή γλώσσα, σύμπτωμα που, αν και δεν είναι συχνό, έδωσε και το όνομα στη νόσο. Στα άκρα παρατηρείται φλεγμονή στη στεφάνη της χηλής και ποδοδερματίτιδα και το ζώο χωλαίνει. Το νόσημα επηρεάζει τους μύες του τραχήλου και των άκρων, με αποτέλεσμα το ζώο να στέκεται με κυρτωμένη ράχη και με κάμψη της κεφαλής.

Επιπλέον, παρατηρούνται επιπλοκές πνευμονίας, ενώ σε περίπτωση προσβολής κυοφορούντων ζώων, αυτά αποβάλλουν ή γεννούν θνησιγενή αρνιά. Τελικά, τα ζώα αδυνατίζουν και πεθαίνουν (ποσοστό θνησιμότητας με μεγάλη διακύμανση 1%-90%). Αν δεν προκύψει θάνατος, τα ζώα αναρρώνουν με συμπτώματα στειρότητας, κακής ποιότητας μαλλιού και καθυστερημένης ανάπτυξης.

Μέτρα προφύλαξης

Για τα άρρωστα ζώα, δεν υπάρχει κάποια αποτελεσματική θεραπεία. Το μόνο μέτρο που προστατεύει το ποίμνιο είναι η προφύλαξη της μετάδοσης της νόσου, αποτρέποντας τα νύγματα των εντόμων. Τα βασικά μέτρα προφύλαξης είναι οι ψεκασμοί με εντομοκτόνα για τη μείωση του πληθυσμού των κουνουπιών και η διατήρηση στεγνού περιβάλλοντος χωρίς υδατοσυλλογές, που αποτελούν πρόσφορο σημείο για εναπόθεση αβγών και εκκόλαψη, καθώς και η χρήση εντομοαπωθητικών πάνω στα ζώα.

Η διατήρηση των ζώων σε εσωτερικούς χώρους κατά τις ώρες της έντονης δραστηριότητας των κουνουπιών βοηθά, επίσης, καθώς και οι περιορισμοί στις μετακινήσεις των ζώων, ιδιαίτερα αν γνωρίζουμε ότι υπάρχει δραστηριότητα του ιού στην περιοχή, ώστε να μην εντείνεται η μετάδοσή του.

Τέλος, σημαντικό εργαλείο στον έλεγχο της εξάπλωσης της νόσου και στον περιορισμό της έντασης των συμπτωμάτων είναι η χρήση των αδρανοποιημένων εμβολίων, που υπάρχουν στη διάθεσή μας τα τελευταία χρόνια, παρά τους περιορισμούς που μπορεί να συνοδεύουν τον εμβολιασμό. Οι κτηνιατρικές αρχές, σε συνεργασία με τους κατά τόπους κτηνιάτρους, αποφασίζουν κατά την εκδήλωση της επιζωοτίας αν ο εμβολιασμός θα επιλεγεί ως μέτρο καταπολέμησης της νόσου ή αν θα ληφθούν μόνο τα απαραίτητα υγειονομικά μέτρα, η καταπολέμηση των εντόμων και η απομάκρυνση των οροθετικών, ώστε να αντιμετωπιστεί η νόσος, όπως είχε γίνει και στην επιζωοτία του 2000 στην Ελλάδα.

Η οζώδης δερματίτιδα των βοοειδών

Ένα νόσημα με σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις για τον επιχειρηματία κτηνοτρόφο, που επίσης οφείλεται σε ιό και μεταδίδεται με κουνούπια, καθώς και με άλλα έντομα, είναι η οζώδης δερματίτιδα των βοοειδών.

Τα τελευταία χρόνια, κρούσματα της νόσου έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα, αλλά και σε γειτονικές μας χώρες, όπως η Τουρκία. Αυτό οδήγησε τις κτηνιατρικές αρχές να περιορίσουν τις μετακινήσεις των ζώων από περιοχές που παρατηρούνται κρούσματα και να εφαρμόσουν πρόγραμμα εμβολιασμού για την εγκατάσταση ανοσίας στα υγιή βοοειδή και, ως εκ τούτου, των περιορισμό της εξάπλωσης της νόσου.

Η οζώδης δερματίτιδα των βοοειδών είναι ιογενές νόσημα, που οφείλεται σε ιό της οικογένειας poxviridae, γένος capripoxvirus, ορότυπος 1, της οζώδους δερματίτιδας των βοοειδών.

Τρόποι μετάδοσης του ιού

Κύριο λόγο στη μετάδοσή του παίζουν αρθρόποδα, όπως μύγες και κουνούπια. Καθώς ο ιός είναι πολύ ανθεκτικός στο περιβάλλον, διευκολύνεται η μετάδοσή του άπαξ και εισέλθει σε μια εκτροφή με την εισαγωγή μολυσμένου ζώου.

Στα νεκρωτικά οζίδια του δέρματος, τα οποία δημιουργούνται στα ζώα από τη μόλυνση, ο ιός της οζώδους δερματίτιδας μπορεί να επιβιώσει έως και 33 μέρες, στις ξηρές εφελκίδες που αποπίπτουν από τα ζώα έως και 35 μέρες και στο σκοτεινό περιβάλλον του στάβλου μπορεί να διατηρηθεί ζωντανός για πολλούς μήνες. Είναι ευαίσθητος στα συνήθη απολυμαντικά και στην ηλιακή ακτινοβολία, για αυτό και θα πρέπει πάντοτε να εφαρμόζονται συχνές απολυμάνσεις στους χώρους διαβίωσης των ζώων.

Ο ιός της οζώδους δερματίτιδας μπορεί να επιβιώσει έως και 33 μέρες
Ο ιός της οζώδους δερματίτιδας μπορεί να επιβιώσει έως και 33 μέρες

Πλην της μετάδοσης με μηχανικούς φορείς, όπως τα έντομα που αναφέρθηκαν, ο ιός μπορεί να μεταδοθεί τόσο με την άμεση επαφή των ζώων όσο και με τα σκεύη που χρησιμοποιούνται στην εκτροφή, ακόμα και με την τροφή που μπορεί να έχει μολυνθεί από το σάλιο προσβεβλημένου ζώου.

Συμπτώματα

Τα κλινικά συμπτώματα της νόσου είναι ποικίλα και κυμαίνονται από αφανή ως πολύ σοβαρά. Το ζώο που μολύνεται εμφανίζει πυρετό, έντονη σιελόρροια, ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα. Η γαλακτοπαραγωγή μειώνεται στις αγελάδες που βρίσκονται στη γαλακτική περίοδο. Τα έγκυα ζώα δύναται να αποβάλλουν και οι ταύροι εμφανίζουν αγονιμότητα.

Χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι τα οζίδια που αναπτύσσονται σε όλες τις περιοχές του σώματος και στους βλεννογόνους, τα οποία επιμολύνονται από βακτήρια και εξελκώνονται. Στις εκκρίσεις από τα οζίδια ανιχνεύεται ο ιός που εύκολα έτσι μολύνει αλλά ζώα. Τα οζίδια καταλαμβάνουν όλο το πάχος του δέρματος και, στη συνέχεια, μετατρέπονται σε νεκρωτικά βύσματα και αφήνουν τρύπες στο δέρμα, ακυρώνοντας την εμπορική του αξία.

Αλλοιώσεις εμφανίζονται, επίσης, στου βλεννογόνους του στόματος και του πεπτικού, στην τραχεία και στους πνεύμονες, αναπτύσσοντας έτσι πνευμονία στο ζώο.

Στη βαριά μορφή της νόσου, η διάγνωση είναι ευκολότερη, αλλά στις ήπιες μορφές είναι απαραίτητη η διαφορική διάγνωση από άλλα νοσήματα με παραπλήσια συμπτωματολογία από τον κτηνίατρο της εκτροφής.

Η οζώδης δερματίτιδα των βοοειδών είναι νόσημα υποχρεωτικής δήλωσης και οι κτηνοτρόφοι οφείλουν άμεσα να δηλώνουν τα κρούσματα στις κτηνιατρικές αρχές, προκειμένου να λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα αντιμετώπισης, σύμφωνα με την κείμενη εθνική και κοινοτική νομοθεσία.

Μέτρα κατά της γρίπης των πτηνών

Σε ποιες αρχές πρέπει να στηρίζεται το πρόγραµµα βιοασφάλειας

To σύνολο των µέτρων βιοασφάλειας, προκειµένου να προληφθεί η εξάπλωση της γρίπης των πτηνών, στηρίζεται σε βασικές αρχές. Τις κύριες αυτές πρακτικές, που έχουν σχεδιαστεί για να αποτραπεί η εισαγωγή και η διασπορά της µολυσµατικής νόσου στις πτηνοτροφικές εκµεταλλεύσεις, ανακοίνωσε πρόσφατα κατά τη διάρκεια ενός φόρουµ για την αβγοβιοµηχανία στο Οχάιο των ΗΠΑ η δρ Έλενα Μπένκε, κτηνίατρος και συντονίστρια του εθνικού σχεδίου για τη βελτίωση της πτηνοτροφίας, του υπουργείου Γεωργίας των Ηνωµένων Πολιτειών.

Ειδικότερα, πρώτη και απαράβατη αρχή αποτελεί η υπεύθυνη βιοασφάλεια. Όπως εξήγησε η δρ Μπένκε, «ο εκάστοτε συντονιστής/επικεφαλής προγράµµατος βιοασφάλειας σε µία πτηνοτροφική εκµετάλλευση οφείλει όχι µόνο να αναπτύσσει και να εφαρµόζει τα µέτρα του εν λόγω προγράµµατος, αλλά και να παρακολουθεί συνεχώς την αποτελεσµατικότητά τους». Μάλιστα, όπως επεσήµανε, ένα πρόγραµµα µέτρων βιοασφάλειας πρέπει να επανεξετάζεται κατά τη διάρκεια κάθε έτους, αλλά και να αναθεωρείται, εάν
είναι απαραίτητο.

gripi-ptinon-antimetopisiΔεύτερη προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση του προγράµµατος βιοασφάλειας, που εφαρµόζεται σε πτηνοτροφική µονάδα, είναι ότι πρέπει να διέπεται από εκπαιδευτικά εργαλεία που να καλύπτουν τις απαραίτητες ειδικές διαδικασίες στον χώρο (ή την εταιρεία).

Σύµφωνα πάντα µε τη δόκτορα, οι ιδιοκτήτες και οι φροντιστές πουλερικών οφείλουν να ολοκληρώνουν την εκπαίδευσή τους (η οποία πρέπει αφενός να πραγµατοποιείται µία φορά τον χρόνο και αφετέρου να βεβαιώνεται). Όσο για τους νέους υπαλλήλους, η εκπαίδευση πρέπει να ξεκινά αµέσως µετά την πρόσληψή τους.

Αναφορικά µε το προσωπικό, το πρόγραµµα βιοσφάλειας πρέπει να περιλαµβάνει διατάξεις σχετικά µε την προβλεπόµενη διαδικασία και τον απαραίτητο εξοπλισµό που να διασφαλίζει την ατοµική του προστασία.

«Ο εκάστοτε συντονιστής/επικεφαλής προγράµµατος βιοασφάλειας σε µία πτηνοτροφική εκµετάλλευση οφείλει όχι µόνο να αναπτύσσει και να εφαρµόζει τα µέτρα του εν λόγω προγράµµατος, αλλά και να παρακολουθεί συνεχώς την αποτελεσµατικότητά τους», επεσήµανε η δρ Έλενα Μπένκε, κτηνίατρος και συντονίστρια του εθνικού σχεδίου για τη βελτίωση της πτηνοτροφίας, του υπουργείου Γεωργίας των ΗΠΑ.

Χρήση νερού

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η δρ Μπένκε για τις πηγές νερού. Εάν, όπως είπε, το πόσιµο νερό προέρχεται από επιφανειακά ύδατα, η επεξεργασία του πρέπει να χρησιµοποιείται για τη µείωση των παραγόντων µόλυνσης. Εάν οι επιφάνειες έχουν καθαριστεί ή ξεπλυθεί µε επιφανειακά ύδατα, θα πρέπει να πραγµατοποιηθεί απολύµανση για την πρόληψη της µετάδοσης της νόσου. Επίσης, εάν η επεξεργασία του νερού δεν είναι δυνατή, πρέπει να προσδιοριστούν οι απαραίτητες ενέργειες για τον µετριασµό του κινδύνου. Τέλος, κάθε δύο χρόνια είναι σηµαντικό να διεξάγονται έλεγχοι βιοασφάλειας από την αρµόδια κρατική υπηρεσία.

Ορθή διαχείριση προγράµµατος

Οι υπόλοιπες αρχές αφορούν τον καθορισµό της λεγόµενης «γραµµής διαχωρισµού» του χώρου των πτηνών από την έκθεσή τους σε νόσους και της περιµετρικής ζώνης ασφαλείας, που ουσιαστικά περιβάλλει µόνο την εκµετάλλευση ή την περιοχή όπου εκτρέφονται πουλερικά. Σύµφωνα µε τη δρ Μπένκε, σε διαδικασία καθαρισµού και απολύµανσης πρέπει να υπόκεινται ο εξοπλισµός και τα οχήµατα και να αποφεύγεται η κοινή χρήση τους. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα ολοκληρωµένο πρόγραµµα βιοασφάλειας οφείλει να περιλαµβάνει τρόπους ορθής διαχείρισης των περιττωµάτων, αλλά και των πάσης φύσεως απορριµµάτων. Όσο για τα νεκρά πτηνά, πρέπει να ακολουθείται συγκεκριµένη διαδικασία συλλογής και αποµάκρυνσής τους, ενώ σε περίπτωση αυξηµένης νοσηρότητας ή/και θνησιµότητας θα πρέπει να αναφέρεται στις αρµόδιες υπηρεσίες και να λαµβάνονται τα κατάλληλα µέτρα για την εξάλειψη της ασθένειας.

Ευλογιά του προβάτου 

Τα τελευταία πέντε χρόνια, η ελληνική κτηνοτροφία έχει έρθει αντιμέτωπη πολλές φορές με εξωτικά μεταδοτικά νοσήματα, τα οποία προέρχονταν εξ Ανατολών και έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωική παραγωγή τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ασφαλώς αναφέρομαι σε νοσήματα όπως η ευλογιά του προβάτου, η οζώδης δερματίτιδα των βοοειδών και ο καταρροϊκός πυρετός του προβάτου. Η ευλογιά, αφού ελέγχθηκε με πολλή προσπάθεια και αφού θανατώθηκε και αποζημιώθηκε μεγάλος αριθμός προβάτων στη Β. Ελλάδα κατά το 2013, πρόσφατα μας ξαναχτύπησε την πόρτα.

Μετάδοση της νόσου

Πρόκειται για ένα μεταδοτικό νόσημα του προβάτου, που οφείλεται σε ιό και προκαλεί μεγάλες οικονομικές απώλειες. Δεν νοσούν άλλα είδη ζώων ή ο άνθρωπος. Στην Ελλάδα εμφανίζεται κατά καιρούς, προερχόμενο από τη γειτονική Τουρκία. Η νόσος μεταδίδεται κυρίως μετά από άμεση επαφή με ζωντανά ζώα που φέρουν τον ιό, μέσω της αναπνοής ή από τις δερματικές τους αλλοιώσεις. Επίσης, θεωρείται ότι μπορεί να μεταδοθεί με σταβλόμυγες (Stomoxys calcitrans) και σπανιότερα μηχανικά με ανθρώπους, μολυσμένες σύριγγες, οχήματα, μηχανήματα και άλλους εξοπλισμούς. Ο υπεύθυνος ιός είναι πολύ ανθεκτικός στο περιβάλλον, όπου μπορεί να επιβιώσει για έξι μήνες σε άδειους στάβλους, ενώ είναι ευαίσθητος σε υψηλές θερμοκρασίες, στην ηλιακή ακτινοβολία, καθώς και σε κάποια απολυμαντικά.

Το παρελθόν μάς έχει φανερώσει την υψηλή μεταδοτικότητα του ιού από εκτροφή σε εκτροφή. Έτσι, τη δεκαετία του ’90 κρούσματα της νόσου εμφανίστηκαν στην περιοχή του Λαγκαδά, που μεταφέρθηκαν από υπαλλήλους, ο οποίοι δούλευαν προηγουμένως σε μολυσμένη εκτροφή στον Έβρο. Επίσης, το 2013 η νόσος εμφανίστηκε στη βιομηχανική περιοχή της Σίνδου, όπου μεταφέρθηκε με μολυσμένα γεωργικά μηχανήματα.

Συμπτώματα

Αρχικά, τα ασθενή ζώα εμφανίζουν πυρετό (> 40ºC), κατάπτωση και μείωση της όρεξης, καθώς και οφθαλμικό και ρινικό έκκριμα, που δημιουργεί την εντύπωση ήπιας αναπνευστικής νόσου. Στη συνέχεια, (μετά από δύο με τέσσερις μέρες) εμφανίζονται οι δερματικές αλλοιώσεις που εντοπίζονται κυρίως σε άτριχα σημεία του σώματος, όπως το πρόσωπο, ο μαστός, η κοιλιακή επιφάνεια του κορμού, η έσω επιφάνεια των μηρών, οι μασχάλες, καθώς και η κάτω επιφάνεια της ουράς.

Η ευλογιά του προβάτου οφείλεται σε ιό και προκαλεί μεγάλες οικονομικές απώλειες
Η ευλογιά του προβάτου οφείλεται σε ιό και προκαλεί μεγάλες οικονομικές απώλειες

Σε περίπτωση υποψίας της νόσου, καλείται η Κτηνιατρική Υπηρεσία. Οι κρατικοί κτηνίατροι λαμβάνουν δείγματα αίματος και δέρματος, τα οποία στέλνουν στο Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς, που βρίσκεται στην Αθήνα, και γίνεται η διάγνωση της νόσου. Η ευλογιά του προβάτου μπορεί να μοιάζει με άλλα νοσήματα, όπως το λοιμώδες έκθυμα, η σταφυλοκοκκική δερματίτιδα, η φωτοδερματίτιδα, ο καταρροϊκός πυρετός (Bluetongue) κ.ά., από τα οποία πρέπει να διαφοροποιείται.

Η ευλογιά είναι νόσημα υποχρεωτικής δήλωσης. Όταν μια εκτροφή βρεθεί θετική στη νόσο, όλα τα ζώα της εκτροφής θανατώνονται υποχρεωτικά. Η πρόληψη της νόσου βασίζεται σε μέτρα βιοασφάλειας, που λαμβάνονται τόσο σε επίπεδο Κτηνιατρικής Υπηρεσίας, όσο και σε επίπεδο κτηνοτρόφων ατομικά. Οι κτηνοτρόφοι, σε περιόδους με κρούσματα ευλογιάς, θα πρέπει να προσέχουν από ποιες περιοχές αγοράζουν ζώα, καθώς και να μη δανείζονται ζώα από άλλους κτηνοτρόφους. Καλό είναι να αποφεύγεται η βόσκηση για κοπάδια που εκτρέφονται σε κοντινή απόσταση από εστίες ευλογιάς, ενώ θα πρέπει να αποφεύγεται η αγορά χονδροειδών ζωοτροφών, καθώς και καρπών από περιοχές με εστίες ευλογιάς.

Στις εκτροφές είναι καλό να μην εισέρχονται άτομα που δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη δουλειά. Τα άτομα που εισέρχονται στην εκτροφή θα πρέπει να απολυμαίνονται και να φορούν ρούχα και υποδήματα μίας χρήσης, ενώ ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να λαμβάνεται για άτομα που επισκέπτονται πολλές εκτροφές.

Οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι και οι υπάλληλοι που δουλεύουν στις εκτροφές θα πρέπει να έχουν ρούχα μόνο για την εκτροφή, ενώ όταν εισέρχονται θα πρέπει να απολυμαίνονται, όπως και τα οχήματα που εισέρχονται στην εκτροφή, με τη βοήθεια απολυμαντικής τάφρου. Είναι χρήσιμο οι εκτροφές να έχουν περίφραξη και να γίνονται συχνές απολυμάνσεις των χώρων της εκτροφής, αλλά και πέριξ αυτής. Αν δίπλα στην εκτροφή υπάρχουν λιμνάζοντα νερά ή κανάλια, καλό είναι να αποφεύγεται το πότισμα των ζώων σε αυτά.

Η Ελλάδα, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν επιτρέπεται να εμβολιάζει τα αιγοπρόβατα για την ευλογιά από το 1992 και εντεύθεν. Συνεπώς, όλες οι προσπάθειες για την πρόληψη της νόσου βασίζονται στα μέτρα βιοασφάλειας.

Γράφουν: Ευτέρπη Μπουρουτζήκα, Κτηνίατρος, υποψήφια διδάκτορα του τμήματος Κτηνιατρικής στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Γεωργία Μπόχτη, Νικόλαος Αράπης, κτηνίατρος, Γιαδίνης Νεκτάριος, αν. καθηγητής Κτηνιατρικής ΑΠΘ (Παθολογία Μικρών Μηρυκαστικών)

Βιβλιογραφία: Αναπαραγωγή μικρών μηρυκαστικών, Γ.Χ. Φθενάκης, 2011